«Θέλω να δω την κόρη μου», είπε ο άντρας μου τέσσερα χρόνια μετά — κι εγώ δεν ήξερα αν έπρεπε να τον αφήσω να ξαναμπεί στη ζωή μας
«Δεν μπορείς να αποφασίζεις μόνη σου αν θα βλέπω την κόρη μου», μου είπε ο άντρας μου έξω από την πολυκατοικία, μετά από τέσσερα χρόνια που δεν είχε πατήσει ούτε στο πεζοδρόμιο.
Τον κοίταξα και του είπα: «Τέσσερα χρόνια αποφάσιζα μόνη μου ποιος θα μείνει δίπλα της στο νοσοκομείο, ποιος θα πληρώσει τα φάρμακα που δεν κάλυπτε ο ΕΟΠΥΥ και ποιος θα της λέει ότι όλα θα πάνε καλά. Εσύ πού ήσουν;»
Δεν απάντησε αμέσως. Κρατούσε ένα σακουλάκι από ζαχαροπλαστείο, λες και είχε έρθει σε γιορτή. Μέσα είχε ένα λούτρινο και κάτι σοκολάτες. Η κόρη μας είναι οκτώ τώρα. Τότε ήταν τεσσάρων, όταν μας είπαν στο Παίδων ότι θα χρειαστεί μακρόχρονη θεραπεία και συχνές εξετάσεις.
Εκείνος δεν έφυγε την ίδια μέρα. Αυτό είναι που με μπερδεύει ακόμα. Τις πρώτες εβδομάδες ερχόταν μαζί μου. Καθόταν σιωπηλός στις καρέκλες του διαδρόμου, έφερνε καφέ, κοιμόταν καμιά φορά στο αυτοκίνητο γιατί δούλευε πρωί σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο.
Μετά άρχισε να λέει πως δεν αντέχει να τη βλέπει έτσι. «Πνίγομαι», μου έλεγε. «Δεν μπορώ να μπω πάλι μέσα». Εγώ τότε θύμωνα και του έλεγα: «Κι εγώ μπορώ; Νομίζεις ότι μου αρέσει;»
Μια μέρα δεν ήρθε καθόλου. Μετά άλλη μία. Μετά μου έστειλε μήνυμα ότι θα μείνει για λίγο στον αδελφό του, πως χρειάζεται να ηρεμήσει. Το “λίγο” έγινε μήνες. Στην αρχή έστελνε λίγα χρήματα, όποτε μπορούσε. Μετά σταμάτησε και αυτό.
Δεν έκανα αμέσως τις διαδικασίες που έπρεπε. Ούτε δικηγόρο βρήκα, ούτε διεκδίκησα διατροφή στην ώρα της. Μου έλεγε η μητέρα μου «κάνε κάτι, δεν γίνεται να τα τραβάς όλα μόνη σου», αλλά εγώ είχα κολλήσει στην ιδέα ότι θα γυρίσει. Και, να πω την αλήθεια, ντρεπόμουν κιόλας. Δεν ήθελα να ξέρει όλη η γειτονιά ότι ο άντρας μου μας άφησε όταν αρρώστησε το παιδί.
Στην κόρη μας έλεγα ότι ο μπαμπάς της δουλεύει μακριά. Το είπα μία φορά για να μη στεναχωρηθεί και μετά δεν ήξερα πώς να το μαζέψω. Κάθε φορά που ρωτούσε «πότε θα έρθει;», της έλεγα «θα δούμε». Έκανα λάθος, το ξέρω. Απλώς δεν άντεχα ούτε να τη δω να τον περιμένει ούτε να της πω πως ίσως δεν έρθει ποτέ.
Πριν από δύο μήνες, εκείνος πήρε ξαφνικά τηλέφωνο. Μου είπε ότι είχε πάθει κρίσεις πανικού, ότι είχε μείνει χωρίς δουλειά, ότι ντρεπόταν τόσο πολύ που όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο αδύνατο τού φαινόταν να μας πλησιάσει.
«Δεν ζητάω να γυρίσουμε μαζί», είπε. «Θέλω μόνο να γνωρίσω την κόρη μου όπως πρέπει. Έκανα το χειρότερο πράγμα της ζωής μου.»
Του απάντησα άσχημα. «Τώρα που είναι καλύτερα θυμήθηκες ότι έχεις παιδί; Όταν έκανε εξετάσεις και μετρούσα τα λεφτά για ταξί γιατί δεν είχα κουράγιο να κατέβω στο μετρό, γιατί δεν ήσουν εκεί;»
Μου είπε ότι είχε δίκιο να είμαι θυμωμένη. Αυτό, αντί να με ηρεμήσει, με εκνεύρισε περισσότερο. Ήθελα να μου πει κάτι που να σβήνει εκείνα τα χρόνια, αλλά δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα.
Το δύσκολο ήρθε όταν η κόρη μας βρήκε το σακουλάκι πίσω από την πόρτα. Μου είπε: «Μαμά, ο μπαμπάς ήρθε; Θέλει να με δει;»
Δεν της είχα πει ότι ήταν κάτω. Μάλλον άκουσε τις φωνές μας. Την κοίταξα και κατάλαβα ότι όσα κι αν έλεγα στον εαυτό μου, δεν ήταν μόνο δική μου απόφαση. Εκείνη δεν έχει τις δικές μου εικόνες. Δεν θυμάται τα νοσοκομεία όπως τα θυμάμαι εγώ, ούτε ξέρει τι σημαίνει να κοιτάς το κινητό σου και να μην έρχεται ούτε ένα μήνυμα.
Της είπα ότι ο μπαμπάς της θέλει να τη δει, αλλά ότι θα το κάνουμε σιγά-σιγά και μόνο αν το θέλει κι εκείνη. Μου είπε: «Θέλω. Αλλά θα φύγει πάλι;»
Εκεί λύγισα. Γιατί δεν μπορώ να της υποσχεθώ τίποτα. Εκείνος λέει πως τώρα κάνει συνεδρίες σε Κέντρο Ψυχικής Υγείας, έχει βρει σταθερή δουλειά και θέλει να αναλάβει ευθύνες. Μου έστειλε και χρήματα χωρίς να του τα ζητήσω. Από την άλλη, τέσσερα χρόνια δεν γίνονται ξαφνικά δύο συναντήσεις και ένα λούτρινο.
Η αδελφή μου λέει να πάω σε δικηγόρο και να μη δεχτώ τίποτα χωρίς γραπτή συμφωνία. Η μητέρα μου λέει ότι το παιδί χρειάζεται τον πατέρα του, αν εκείνος είναι πραγματικά έτοιμος. Κι εγώ είμαι στη μέση, θυμωμένη μαζί του αλλά και με τον εαυτό μου, γιατί ίσως άφησα τον φόβο μου να γίνει τοίχος για την κόρη μου.
Δεν θέλω να τον συγχωρέσω για να νιώθει εκείνος καλύτερα. Αλλά δεν ξέρω αν έχω δικαίωμα να κλείσω μια πόρτα που εκείνη θέλει να ανοίξει. Θα ξεκινήσουμε, μάλλον, με λίγες συναντήσεις παρουσία μου και θα δούμε. Φοβάμαι όμως μήπως, αν την απογοητεύσει ξανά, δεν μπορέσω αυτή τη φορά να τη μαζέψω.
Εσείς τι πιστεύετε; Το δικαίωμα ενός παιδιού να έχει σχέση με τον γονιό του είναι πιο σημαντικό από το τραύμα της εγκατάλειψης ή πρέπει πρώτα να αποδείξει ο γονιός ότι μπορεί να μείνει;