«Μη με βγάζεις φωτογραφία έτσι, μαμά, θα νομίζουν ότι είμαι χάλια» — και τότε κατάλαβα τι είχα κάνει κι εγώ
«Μη με βγάζεις φωτογραφία έτσι, μαμά. Θα νομίζουν ότι είμαι χάλια», μου πέταξε η κόρη μου μέσα στο αυτοκίνητο και μου άρπαξε το κινητό από το χέρι.
Είχαμε πάει στη γιορτή της γιαγιάς της, σε ένα μικρό μαγαζί στη Νέα Σμύρνη. Εγώ ήθελα μια οικογενειακή φωτογραφία, τίποτα σπουδαίο. Εκείνη είχε έρθει όλη την ώρα με το κεφάλι σκυμμένο, με τα μαλλιά μπροστά στο πρόσωπο.
«Έλα τώρα, υπερβολές. Μια φωτογραφία είναι», της είπα.
«Για σένα. Εσύ μετά βάζεις φίλτρο και κόβεις ό,τι δεν σου αρέσει.»
Με ενόχλησε τόσο που της μίλησα απότομα. «Μη μου μιλάς έτσι μπροστά στη γιαγιά σου. Και πού το έμαθες εσύ αυτό το ύφος;»
Δεν απάντησε. Ο άντρας μου με κοίταξε, αλλά ούτε εκείνος είπε κάτι. Το τραπέζι συνέχισε, η πεθερά μου άλλαξε κουβέντα για να μη γίνει θέμα, αλλά εγώ είχα κολλήσει.
Δύο μέρες μετά, ήρθε ειδοποίηση από την τράπεζα για χρέωση 168 ευρώ σε ένα ηλεκτρονικό κατάστημα καλλυντικών. Η κάρτα ήταν αποθηκευμένη στο παλιό τάμπλετ που χρησιμοποιούσε η κόρη μου για το σχολείο.
Την περίμενα στο σαλόνι.
«Πήρες την κάρτα μου;» τη ρώτησα μόλις μπήκε.
Άσπρισε. «Θα στα έδινα πίσω.»
«Από πού; Παίρνεις χαρτζιλίκι, δεν δουλεύεις.»
«Θα έκανα ιδιαίτερα στα παιδιά της θείας…»
«Μη μου λες δικεολογίες. Ξέρεις ότι αυτόν τον μήνα πληρώνουμε και τα φάρμακα της γιαγιάς σου;»
Εκεί άρχισε να κλαίει, αλλά όχι όπως όταν την πιάνω σε κάτι και φοβάται την τιμωρία. Έκλαιγε σιωπηλά και μου είπε: «Δεν πήρα μόνο καλλυντικά. Πήρα ένα πράγμα για το δέρμα μου, ένα σωστό concealer και κάτι για τα μαλλιά. Στη σχολική εκδρομή όλες θα είναι φτιαγμένες. Εγώ έτσι όπως είμαι, ούτε στις φωτογραφίες δεν θέλω να μπαίνω.»
Της είπα πως στα δεκαέξι της δεν χρειάζεται τίποτα από αυτά. Και τότε μου είπε: «Εσύ δεν μου το λες κάθε φορά; “Βάλε λίγο να μη φαίνονται τα σπυράκια”, “χτένισε τα μαλλιά σου”, “μη βγεις έτσι γιατί θα σε δει ο κόσμος”;»
Εκεί δεν είχα απάντηση.
Η αλήθεια είναι ότι τα έχω πει. Όχι επειδή ντρεπόμουν για το παιδί μου, τουλάχιστον έτσι πίστευα. Νόμιζα ότι τη βοηθάω να προσέχει τον εαυτό της. Και όταν ανεβάζαμε οικογενειακή φωτογραφία, πολλές φορές έκανα επεξεργασία να μη φαίνονται τα σπυράκια της. Δεν τη ρώταγα καν.
Το ίδιο βράδυ ο άντρας μου μού είπε ήρεμα: «Θύμωσες δικαίως για την κάρτα. Αλλά μην κάνεις πως δεν βλέπεις και το άλλο. Εσύ ξοδεύεις λεφτά στο κομμωτήριο και λες ότι είναι “ένα απλό κούρεμα”. Κι όταν έρχεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ, αγχώνεσαι και μας λες να κόψουμε πράγματα.»
Θύμωσα μαζί του. Του είπα ότι δεν είναι το ίδιο, ότι εγώ δουλεύω και αποφασίζω για τα λεφτά μου. Μόνο που μετά σκέφτηκα πως, πριν έναν μήνα, είχα κρύψει από εκείνον ότι έδωσα 90 ευρώ για μια περιποίηση προσώπου. Δεν ήθελα να ακούσω σχόλια. Ήθελα κι εγώ να νιώσω ότι δεν με έχει αφήσει ο χρόνος πίσω.
Δεν είμαι περήφανη γι’ αυτό. Και νομίζω πως η κόρη μου το έχει καταλάβει περισσότερο απ’ όσο νόμιζα.
Δεν της αφήσαμε τη χρέωση να περάσει έτσι. Θα δώσει ό,τι χαρτζιλίκι έχει μαζέψει και θα βοηθήσει για λίγο την αδερφή μου με τα δύο παιδιά, για να καλύψει ένα μέρος. Της πήραμε επίσης το τάμπλετ από το δωμάτιο και βγάλαμε την κάρτα από όλες τις αποθηκευμένες εφαρμογές.
Αλλά δεν έμεινα μόνο στην τιμωρία. Κλείσαμε ραντεβού με δερματολόγο μέσω ΕΟΠΥΥ, γιατί όντως την ενοχλεί το δέρμα της και εγώ το είχα υποτιμήσει. Της είπα και κάτι που δυσκολεύτηκα πολύ να πω: «Δεν χρειάζεται να είσαι αψεγάδιαστη για να σε βγάζω φωτογραφία ή για να είμαι περήφανη για σένα. Και δεν θα ξαναπειράζω φωτογραφία σου χωρίς να με ρωτάω.»
Μου είπε μόνο: «Καλά. Αλλά μη μου λες μετά ότι είμαι υπερβολική όταν δε θέλω να βγω.»
Δεν ξέρω αν το χειρίστηκα σωστά. Η κάρτα και τα χρήματα ήταν λάθος, αυτό δεν αλλάζει. Αλλά φοβάμαι πως πίσω από το λάθος της υπάρχει και κάτι που έχτιζα εγώ χρόνια, με μικρά σχόλια και με αυτή τη μόνιμη ανάγκη να φαίνονται όλα καλά προς τα έξω.
Εσείς τι θα κάνατε; Αξίζει η αποδοχή των άλλων να μας κοστίζει το να νιώθουμε άνετα με τον πραγματικό εαυτό μας;