«Δεν γίνεται να μετράμε ποιος έκανε περισσότερα για τη μάνα μας» — κι όμως, αυτό ακριβώς μου ζήτησαν να ξεχάσω

«Δηλαδή θα κρατήσεις τη μάνα μας σπίτι σου μόνο και μόνο για να πάρεις παραπάνω από το πατρικό;» μου είπε η αδελφή μου μέσα στην κουζίνα της μητέρας μας, μπροστά και στον αδελφό μου.

Έμεινα να την κοιτάω. Η μητέρα μας ήταν στο διπλανό δωμάτιο, με το οξυγόνο και το Π, μετά το δεύτερο εγκεφαλικό. Δεν κοιμόταν καλά τα βράδια, μπερδευόταν με τα φάρμακα και ήθελε κάποιον δίπλα της σχεδόν συνέχεια.

«Δεν είπα αυτό», της απάντησα. «Είπα ότι πριν αποφασίσουμε να πουλήσουμε το σπίτι του πατέρα, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για το τι γίνεται με τη μάνα. Εγώ έχω αφήσει τη δουλειά μου από τον Νοέμβρη.»

«Κι εγώ στέλνω λεφτά κάθε μήνα», είπε. «Δεν γίνεται να κάνουμε λογαριασμό αγάπης.»

Εκεί είναι που θύμωσα. Όχι επειδή δεν βοηθούσε καθόλου. Βοηθούσε. Έβαζε 250 ευρώ για τα φάρμακα, για πάνες, για το σούπερ μάρκετ. Αλλά εγώ ήμουν αυτή που έτρεχε στο Κέντρο Υγείας, που περίμενε ώρες για συνταγογράφηση, που έπαιρνε τηλέφωνα στον ΕΟΠΥΥ, που ξυπνούσε στις τρεις το πρωί όταν η μητέρα μας φώναζε πως δεν βρίσκει τον πατέρα μας.

Δούλευα σε ένα κομμωτήριο στον Κορυδαλλό με μεροκάματο. Όταν άρχισε να χειροτερεύει η κατάσταση, ζήτησα λιγότερες ώρες. Μετά σταμάτησα τελείως, γιατί δεν έβγαινε. Ο άντρας μου στην αρχή είπε «θα το παλέψουμε», αλλά μετά από μήνες άρχισαν οι καβγάδες. Τα δικά μας έξοδα έτρεχαν, η κόρη μας κάνει φροντιστήριο και ο γιος μας είναι ακόμα στη σχολή.

Το πατρικό είναι ένα δυάρι στην Νίκαια. Δεν είναι καμιά περιουσία. Ο πατέρας μας το είχε αγοράσει με δάνειο, το είχε ξεχρεώσει λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Η μητέρα μας έχει την επικαρπία και εμείς οι τρεις είμαστε οι ψιλοί κύριοι.

Η αδελφή μου πρότεινε να πουληθεί τώρα, να βάλουμε τα χρήματα σε έναν λογαριασμό για τη μητέρα και, αν περισσέψει κάτι, να μοιραστεί ισόποσα αργότερα.

«Ισόποσα;» είπα. «Εγώ τι θα κάνω; Θα γυρίσω στη δουλειά μου σαν να μη συνέβη τίποτα; Ποιος θα μου καλύψει τους μήνες που δεν δούλεψα;»

Ο αδελφός μου τότε χαμήλωσε το βλέμμα. Περίμενα να πει κάτι υπέρ μου, γιατί ούτε εκείνος μπορεί να τη φιλοξενήσει. Μένει σε νοίκι στα Πετράλωνα με δύο παιδιά. Αντί γι’ αυτό είπε: «Να βοηθηθείς, ναι. Αλλά όχι να γίνει η φροντίδα της μάνας μας αντάλλαγμα.»

Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. Σαν να είχα κάτσει δίπλα της με κομπιουτεράκι.

Την επόμενη μέρα όμως η αδελφή μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε κάτι που δεν ήξερα. «Η μάνα μας μού ζήτησε πριν τρεις μήνες να της δανείσω 1.800 ευρώ. Μου είπε ότι τα χρειάζεσαι εσύ για το σπίτι σου και ντρεπόσουν να μου το πεις.»

Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Είχα πάρει από τη σύνταξη της μητέρας μας χρήματα για δύο λογαριασμούς ρεύματος και για τα ιδιαίτερα του γιου μου. Της το είχα πει τότε, αλλά ήταν σε κακή φάση και μου είπε απλώς “πάρε, παιδί μου”. Σκόπευα να τα επιστρέψω όταν θα ξαναδούλευα. Δεν το είπα ποτέ στα αδέλφια μου. Και όταν εκείνη δανείστηκε από την αδελφή μου, μάλλον ούτε η ίδια θυμόταν καθαρά γιατί.

Δεν της είπα ψέματα, αλλά ούτε ήμουν όσο ξεκάθαρη έπρεπε. Το παραδέχτηκα στον άντρα μου και μου είπε: «Μπορεί να έχεις δίκιο ότι σε έχουν αφήσει μόνη σου, αλλά έτσι τους δίνεις λόγο να μη σε εμπιστεύονται.»

Στην οικογενειακή συζήτηση ζήτησα να μη γίνει ακόμα πώληση. Πρότεινα να βρούμε γυναίκα για λίγες ώρες μέσω του προγράμματος “Βοήθεια στο Σπίτι” του δήμου, να ξαναπιάσω δουλειά έστω δύο απογεύματα και να κρατήσουμε αναλυτικά τα έξοδα. Είπα επίσης ότι θέλω να μου επιστραφούν όσα έβαλα από την τσέπη μου, αλλά δεν ζήτησα μεγαλύτερο μερίδιο από το σπίτι.

Η αδελφή μου είπε «συγνωμη» που μου μίλησε έτσι, αλλά επέμενε πως δεν θέλει να ανοίξει η πόρτα στο να μετράμε ποιος αγαπάει περισσότερο τη μητέρα μας. Ο αδελφός μου είπε ότι καταλαβένει και τις δύο πλευρές, που συνήθως σημαίνει ότι δεν θέλει να πάρει θέση.

Δεν έχουμε υπογράψει τίποτα ακόμα. Πηγαίνω στη μητέρα μου σχεδόν κάθε μέρα, αλλά τώρα κρατάω αποδείξεις και σημειώνω τα πάντα. Ντρέπομαι λίγο που το κάνω, αλλά νιώθω και ανακούφιση. Δεν θέλω να τους τιμωρήσω. Απλώς δεν θέλω να χαθεί πάλι η προσπάθειά μου μέσα στο «έτσι κάνουν οι οικογένειες».

Εσείς τι πιστεύετε; Όταν ένας άνθρωπος αναλαμβάνει σχεδόν μόνος τη φροντίδα ενός γονιού, πρέπει η οικογένεια να το αναγνωρίζει και οικονομικά ή η αγάπη δεν πρέπει ποτέ να μπαίνει στη ζυγαριά;