«Αν φύγεις για την Αθήνα, μην περιμένεις να σε σώσουμε μετά» — Η δουλειά που με έβαλε απέναντι στους γονείς μου

«Αν φύγεις για την Αθήνα, μη νομίζεις ότι θα γυρίσεις και θα τα βρεις όλα έτοιμα», μου είπε ο πατέρας μου στο τραπέζι της Κυριακής.

Η μητέρα μου δεν μιλούσε. Μόνο μάζευε τα πιάτα πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν. Η γιαγιά, που μένει στο κάτω διαμέρισμα, είχε ανέβει για φαγητό και κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνους.

Είχα μόλις πει ότι δέχτηκα θέση σε μια εταιρεία στην Αθήνα. Όχι κάτι τρελό, γραφείο εξυπηρέτησης πελατών σε εταιρεία μεταφορών, με σύμβαση αρχικά οκτώ μηνών. Αλλά ήταν καλύτερα λεφτά από αυτά που έπαιρνα στο μαγαζί του πατέρα μου εδώ στην Καλαμάτα, και υπήρχε πιθανότητα να εξελιχθώ.

«Δεν σου λέμε να μην προχωρήσεις», είπε η μητέρα μου τελικά. «Σου λέμε να μη πετάξεις τη σιγουριά σου για μια σύμβαση.»

Η αλήθεια είναι ότι δεν τους το είχα πει αμέσως. Είχα κάνει συνέντευξη, είχα πάρει την απάντηση, είχα κοιτάξει δωμάτια στην Κυψέλη και είχα δώσει προκαταβολή χωρίς να τους μιλήσω. Τους το ανακοίνωσα σχεδόν τελειωμένο, γιατί ήξερα ότι θα αρχίσουν τα “πού πας μόνη σου”, “τι νοίκια είναι αυτά”, “κι αν σε διώξουν”.

Και ίσως εκεί έκανα το πρώτο μου λάθος. Δεν τους έδωσα χώρο να το συζητήσουμε. Τους το πέταξα σαν τετελεσμένο.

Ο πατέρας μου είπε: «Εμείς όμως δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν υπάρχει το σπίτι.»

Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Τότε η μητέρα μου έβγαλε από ένα συρτάρι έναν φάκελο. Μέσα είχε χαρτιά από συμβολαιογράφο και δάνειο.

Είχαν βάλει προκαταβολή για ένα μικρό δυάρι κοντά στο κέντρο της Καλαμάτας, στο όνομά μου. Με λεφτά που είχε αφήσει ο παππούς μου και με δάνειο που πλήρωναν εκείνοι κάθε μήνα. Το σχέδιο ήταν να μένω εκεί όταν “σταθεροποιηθώ”, να μη δίνω νοίκια και να έχω κάτι δικό μου.

Ένοιωσα να μου κόβονται τα πόδια. Όχι επειδή δεν εκτίμησα την κίνηση. Ο παππούς μου δούλευε μια ζωή οικοδόμος και αυτά τα χρήματα δεν ήταν λίγα. Αλλά κανείς δεν με ρώτησε αν ήθελα να δέσω τη ζωή μου εδώ.

«Μας είχατε πει ότι είναι για να βγει η άδεια στο παλιό σπίτι της γιαγιάς», είπα.

Ο πατέρας μου κοίταξε κάτω. «Δεν θέλαμε να σε φορτώσουμε. Θέλαμε να σου κάνουμε ένα ξεκίνημα.»

«Ξεκίνημα ή λόγο να μη φύγω;» του απάντησα.

Εκεί θύμωσε. «Δηλαδή είμαστε οι κακοί επειδή προσπαθήσαμε να σε ασφαλίσουμε; Εσύ ξέρεις τι τραβήξαμε για να μη σου λείψει τίποτα;»

Και δεν ήταν άδικο αυτό που είπε. Όταν έμεινα άνεργη μετά το ΙΕΚ, εκείνοι πλήρωναν το κινητό μου, τις βενζίνες, ακόμα και τον ΕΦΚΑ όταν έκανα περιστασιακές δουλειές. Εγώ βόλευα τον εαυτό μου για καιρό στο πατρικό, έλεγα ότι “ψάχνομαι” και δεν έβαζα καθαρά όρια ούτε αναλάμβανα ευθύνες.

Αλλά άλλο να σε βοηθάνε και άλλο να σχεδιάζουν τη ζωή σου χωρίς να στο πουν.

Το πιο δύσκολο το έμαθα δύο μέρες μετά. Η μητέρα μου μου παραδέχτηκε ότι το μαγαζί δεν πήγαινε καλά. Ο πατέρας μου είχε καθυστερήσει δύο δόσεις από το δάνειο και είχε και πρόβλημα με τη μέση του, αλλά το έκρυβε. Περίμεναν ότι θα έμενα, θα βοηθούσα περισσότερο, ίσως θα αναλάμβανα το μαγαζί σιγά σιγά.

«Και γιατί δεν μου το λέγατε;» τη ρώτησα.

«Γιατί ντρεπόμασταν», μου είπε. «Και γιατί θέλαμε να έχεις μια επιλογή που εμείς δεν είχαμε ποτέ.»

Εκεί μπερδεύτηκα πιο πολύ. Δεν ήταν ότι ήθελαν απλώς να με κρατήσουν κοντά. Φοβόντουσαν πραγματικά ότι θα πάω Αθήνα, θα δίνω τα μισά σε νοίκι, θα μείνω χωρίς δουλειά και θα γυρίσω χειρότερα. Και μαζί με αυτό, ναι, φοβόντουσαν και ότι θα μείνουν μόνοι με τα χρέη και το μαγαζί.

Τους είπα ότι θα φύγω. Είπα επίσης ότι δεν θέλω το σπίτι να γίνει χρέος στο κεφάλι μου ή αντάλλαγμα για να μείνω. Να το πουλήσουν, να το νοικιάσουν, να κάνουν ό,τι μπορούν, αλλά να μη με βάζουν να διαλέξω ανάμεσα στη ζωή μου και στην ησυχία τους.

Ο πατέρας μου δεν μου μίλησε για τέσσερις μέρες. Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο πριν μπω στο ΚΤΕΛ και είπε μόνο: «Να τρως και να μας λες αν δεν βγαίνεις.»

Τώρα είμαι δύο μήνες στην Αθήνα. Η δουλειά είναι κουραστική, το δωμάτιο μικρό και μετράω κάθε ευρώ. Μιλάμε πιο ήρεμα τελευταία, αλλά όταν ακούω τη λέξη “σπίτι” ακόμα σφίγγομαι. Θέλω να τους συγχωρέσω, γιατί ξέρω πως έκαναν θυσίες από αγάπη και φόβο. Απλώς δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχάσω ότι προσπάθησαν να πάρουν μια τόσο μεγάλη αποφάση για μένα.

Εσείς πιστεύετε ότι μπορείς να συγχωρέσεις τους δικούς σου όταν σε περιορίζουν επειδή νομίζουν πως σε προστατεύουν;