«Τώρα που χρειάζεσαι βοήθεια, θυμήθηκες ότι είμαι αδελφή σου;» — Η κουβέντα με τον αδελφό μου για τη μητέρα μας
«Δεν σου ζητάω να ξεχάσεις. Σου ζητάω να βοηθήσεις τώρα», μου είπε ο αδελφός μου έξω από το γραφείο της κοινωνικής λειτουργού στο Κέντρο Υγείας.
Τον κοίταξα και του απάντησα πιο απότομα απ’ όσο ήθελα. «Τώρα; Τώρα που η μητέρα δεν μπορεί να μείνει μόνη της, θυμήθηκες ότι υπάρχω;»
Η μητέρα είχε πέσει στο μπάνιο, ευτυχώς όχι άσχημα, αλλά από τότε φοβάται να σηκωθεί μόνη της. Ο γιατρός είπε ότι θέλει παρακολούθηση, φυσικοθεραπείες και κάποιον κοντά της, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Μένει στο παλιό της διαμέρισμα στο Περιστέρι, στον τρίτο χωρίς ασανσέρ. Εγώ δουλεύω σε φούρνο στον Κολωνό, ο άντρας μου είναι σε συνεργείο αυτοκινήτων και η κόρη μας δίνει Πανελλήνιες. Δεν περισσεύουν ούτε χρόνος ούτε λεφτά.
Ο αδελφός μου μένει στο Αιγάλεω. Όταν πέθανε ο πατέρας μας, πριν από οχτώ χρόνια, είχαμε συμφωνήσει προφορικά ότι εγώ θα κρατούσα το μικρό εξοχικό στη Χαλκίδα και εκείνος το μεγαλύτερο ποσοστό από το διαμέρισμα της μητέρας. Εκείνος τότε είχε δύο μικρά παιδιά και δάνειο. Εγώ είπα «εντάξει», γιατί η μητέρα έκλαιγε και έλεγε πως δεν ήθελε καβγάδες.
Μόνο που μετά εγώ ήμουν εκείνη που έτρεχε. Στην εφορία, στη ΔΕΗ, στο νοσοκομείο όταν έκανε την επέμβαση στο γόνατο, στα φάρμακα από το φαρμακείο. Ο αδελφός μου έλεγε συνήθως: «Πες μου τι χρειάζεται και θα βάλω κάτι». Αυτό το “κάτι” σπάνια έφτανε, και εγώ ποτέ δεν του έλεγα ακριβώς πόσα έδινα. Τα κρατούσα μέσα μου, λες και αν τα έλεγα θα γινόμουν μικροπρεπής.
Τώρα μου πρότεινε να μπει η μητέρα σε βοήθεια στο σπίτι από τον δήμο και να πληρώνουμε μια κυρία για τα απογεύματα. «Θα βάζουμε από τα μισά», είπε.
Γέλασα πικρά. «Από τα μισά; Εσύ έχεις πάρει και τα περισσότερα. Όταν ήταν να μοιραστούμε ευθύνες, εγώ ήμουν η διαθέσιμη. Τώρα θες να μοιραστούμε και την ηρεμία μου.»
Εκεί θύμωσε. «Κι εσύ δεν είσαι άμοιρη. Εσύ επέμενες να μείνει η μητέρα στο σπίτι της. Εγώ είχα πει από πέρσι να δούμε μια μονάδα φροντίδας, κοντά μας, να είναι ασφαλής.»
Αυτό ήταν αλήθεια. Είχα αντιδράσει άσχημα τότε. Μου φαινόταν σαν να θέλει να την ξεφορτωθεί. Και ίσως φοβόμουν ότι, αν έφευγε από το σπίτι, θα έμενα κι εγώ χωρίς κανέναν λόγο να πηγαίνω εκεί. Το σπίτι αυτό ήταν το μόνο μέρος όπου ένιωθα ακόμα πως η μητέρα με είχε ανάγκη, πως δεν ήμουν απλώς η “βολική κόρη”.
Το βράδυ η μητέρα με ρώτησε χαμηλόφωνα: «Μαλώσατε πάλι;»
Της είπα ψέματα ότι δεν έγινε τίποτα. Μου έπιασε το χέρι και είπε: «Ο αδελφός σου μου είπε ότι θα βοηθήσει. Μην τον διώχνεις. Κι εσύ κουράστηκες πολύ.»
Θύμωσα μαζί της, χωρίς να θέλω. «Τώρα το βλέπεις; Τόσα χρόνια εγώ δεν κουράστηκα;»
Με κοίταξε σαν να την χαστούκισα. Μετά είπε: «Το έβλεπα. Απλώς νόμιζα ότι τα καταφέρνεις.»
Αυτή η κουβέντα με πείραξε περισσότερο απ’ όλες. Γιατί όντως πάντα έλεγα “καλά είμαι”. Δεν ζήτησα λεφτά καθαρά, δεν έβαλα πρόγραμμα, δεν είπα “δεν μπορώ σήμερα”. Περίμενα να το καταλάβουν μόνοι τους και μετά τους χρέωνα σιωπηλά που δεν το κατάλαβαν.
Την επόμενη μέρα ο αδελφός μου έστειλε μήνυμα. Έλεγε ότι μπορεί να αναλάβει εκείνος τα Σαββατοκύριακα και το μισό κόστος για την κυρία, αλλά δεν αντέχει παραπάνω γιατί η γυναίκα του είναι άνεργη από τον χειμώνα και χρωστάνε ήδη δύο δόσεις στην τράπεζα. Δεν ξέρω αν τα είπε όλα αληθεια ή αν πάλι προσπαθεί να βγει κερδισμένος. Ξέρω όμως ότι κι εγώ δεν είχα ρωτήσει ποτέ σοβαρά πώς είναι η ζωή του.
Του απάντησα πως δέχομαι, αλλά θέλω όλα να γράφονται: ώρες, έξοδα, ποιος κάνει τι. Μου είπε «μας έκανες εταιρεία». Του είπα «όχι, μας κάνω να μη χαλάσουμε τελείως».
Δεν νιώθω ότι τον συγχώρεσα. Ούτε ότι έχω άδικο που ζητάω δικαιοσύνη. Αλλά δεν θέλω η μητέρα να ακούει τις σιωπές μας στο διπλανό δωμάτιο, ούτε θέλω να περάσουν άλλα χρόνια μετρώντας ποιος χρωστάει σε ποιον.
Εσείς τι πιστεύετε; Όταν έχεις νιώσει παραμελημένος για χρόνια, πρέπει να κάνεις χώρο για συμφιλίωση επειδή τώρα υπάρχει ανάγκη ή πρώτα να ζητήσεις να αναγνωριστεί ό,τι κουβάλησες;