Η κόρη μου μου είπε να σταματήσω να τη «φυλάω» και τότε κατάλαβα πόσο είχε αλλάξει το σπίτι μας
«Μαμά, σβήσε το. Δεν είμαι κρατούμενη», μου είπε η κόρη μου στην κουζίνα και έσπρωξε το κινητό της πάνω στο τραπέζι.
Εννοούσε την εφαρμογή που βλέπαμε πού βρίσκεται. Την είχαμε βάλει πριν από τρεις εβδομάδες, μετά από εκείνο το βράδυ που κάποιος χτυπούσε επίμονα το κουδούνι μας στις έντεκα και μισή.
Μένουμε σε πολυκατοικία στο Αιγάλεω, στον τρίτο. Ο άντρας μου ήταν σε βάρδια, εγώ είχα ήδη ξαπλώσει και η κόρη μου διάβαζε για τις Πανελλήνιες. Ακούσαμε κουδούνι μία φορά, μετά δεύτερη, μετά χτυπήματα στην πόρτα.
«Ποιος είναι;» φώναξα χωρίς να ανοίξω.
Καμία απάντηση. Μόνο η πόρτα να κουνιέται λίγο, σαν να δοκίμαζε κάποιος το χερούλι.
Πήρα το 100 με τα χέρια να τρέμουν. Μέχρι να έρθει περιπολικό, δεν υπήρχε κανείς στον διάδρομο. Ο αστυνομικός είπε ότι πιθανότατα ήταν κάποιος που έψαχνε αν λείπουμε, ειδικά αφού στην είσοδο της πολυκατοικίας είχε χαλάσει πάλι το κλείστρο.
Από εκείνο το βράδυ δεν ησύχασα. Άλλαξα κλειδαριά, μίλησα με τον διαχειριστή, έβαλα φωτάκι με αισθητήρα έξω από την πόρτα. Και άρχισα να τηλεφωνώ στην κόρη μου συνέχεια: όταν έφευγε για το φροντιστήριο, όταν έμπαινε στο μετρό, όταν έβγαινε στο Μοναστηράκι για καφέ με τις φίλες της.
Στην αρχή δεν είπε τίποτα. Ίσως επειδή και η ίδια φοβήθηκε εκείνο το βράδυ. Μετά όμως άρχισε να εκνευρίζεται.
«Έφτασες;»
«Ναι, μαμά.»
«Με ποια είσαι;»
«Με τις ίδιες που σου είπα πριν δύο ώρες.»
«Στείλε μου μια φωτογραφία να δω.»
Εκεί συνήθως μου το έκλεινε.
Ο άντρας μου έλεγε ότι το παρακάνω. «Να προσέχει, ναι. Αλλά δεν μπορείς να την πηγαίνεις και να την παίρνεις παντού. Σε λίγο θα δώσει εξετάσεις, θα θέλει να πηγαίνει μόνη της στη σχολή.»
Του απαντούσα άσχημα. «Εσύ λείπεις στις βάρδιες και δεν το ζεις. Αν γίνει κάτι, εγώ θα είμαι εδώ.»
Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ το διαχειρίστηκα σωστά. Δεν του είχα πει από την αρχή κάτι που με έκανε να φοβάμαι περισσότερο. Δύο μέρες πριν το περιστατικό είχα ανεβάσει σε μια ομάδα στο Facebook φωτογραφία από ένα παιδικό γραφείο που πουλούσα. Στη φωτογραφία φαινόταν, καταλάθος, ένα χαρτί με τη διεύθυνσή μας και το επίθετό μας από έναν λογαριασμό ρεύματος που ήταν στο γραφείο.
Το είχα συνειδητοποιήσει αργότερα και έσβησα την αγγελία. Δεν ξέρω αν συνδέεται με εκείνον που χτύπησε την πόρτα. Μπορεί και καθόλου. Αλλά εγώ το κράτησα μέσα μου, γιατί ντρεπόμουν που έκανα τέτοια απροσεξία. Και κάθε φορά που η κόρη μου αργούσε δέκα λεπτά, στο μυαλό μου αυτό μεγάλωνε.
Εκείνο το απόγευμα, όταν μου ζήτησε να σβήσω την εφαρμογή, της είπα: «Μέχρι να περάσει όλο αυτό, θα ξέρω πού είσαι. Δεν το συζητάμε.»
Με κοίταξε και κοκκίνισε.
«Δεν θα περάσει ποτέ, μαμά. Εσύ κάθε μέρα βρίσκεις κάτι καινούργιο να φοβάσαι.»
«Δεν φοβάμαι χωρίς λόγο.»
«Ούτε εγώ θέλω να μου συμβεί κάτι. Αλλά με παίρνεις πέντε φορές όταν είμαι έξω. Οι φίλες μου ρωτάνε αν είσαι άρρωστη ή αν δεν με εμπιστεύεσαι. Και ξέρεις τι είναι το χειρότερο; Ότι τώρα, όταν ακούω το κινητό, φοβάμαι ότι θα είναι πάλι εσύ να μου πεις να γυρίσω σπίτι.»
Εκεί με πείραξε, γιατί δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Εγώ νόμιζα ότι της δίνω σιγουριά. Τελικά της είχα μεταφέρει όλο το άγχως μου.
Τότε της είπα για τη φωτογραφία στην αγγελία. Περίμενα να θυμώσει, και θύμωσε.
«Δηλαδή φοβάσαι επειδή μπορεί να έκανες εσύ λάθος, και το πληρώνω εγώ;»
Δεν είχα τι να της πω. Είχα κάνει λάθος, ναι. Αλλά και το ότι κάποιος δοκίμασε την πόρτα μας δεν ήταν κάτι που μπορούσα να αγνοήσω.
Ο άντρας μου πρότεινε έναν συμβιβασμό. Να σβήσουμε την εφαρμογή που έδειχνε συνέχεια το στίγμα της, αλλά να έχουμε συγκεκριμένους κανόνες: να μας στέλνει μήνυμα όταν φτάνει και όταν φεύγει, να μην γυρίζει μόνη αργά από το μετρό, να παίρνει ταξί από εφαρμογή αν δεν υπάρχει παρέα και να ξέρουμε ποιοι φίλοι είναι μαζί της. Επίσης βάλαμε επιτέλους κλειδαριά ασφαλείας στην κεντρική είσοδο, αφού μαζέψαμε υπογραφές από τους υπόλοιπους ενοίκους.
Η κόρη μου δέχτηκε, αλλά μου είπε κάτι που ακόμα το σκέφτομαι: «Να με προστατεύεις όταν χρειάζεται. Όχι να με κάνεις να πιστεύω ότι έξω μας περιμένει πάντα κάτι κακό.»
Δεν νιώθω τελείως ήρεμη ούτε τώρα. Κοιτάω ακόμα το κινητό όταν αργεί. Απλώς προσπαθώ να μην πατάω αμέσως κλήση.
Εσείς τι θα κάνατε; Η πολλή προφύλαξη μπορεί πραγματικά να αποτρέψει κάτι κακό ή τελικά κάνει το παιδί να νιώθει ότι δεν μπορεί να σταθεί μόνο του;