«Αν δεν υπογράψεις για τον πατέρα μου, δεν ξέρω αν μπορώ να το ξεχάσω» — Η στιγμή που κατάλαβα ότι δεν είχαμε πια την ίδια ασφάλεια

«Αν δεν υπογράψεις για τον πατέρα μου, δεν ξέρω αν μπορώ να το ξεχάσω», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, μπροστά στο παιδί μας που έτρωγε μακαρόνια και έκανε ότι δεν άκουγε.

Τον κοίταξα και του είπα: «Κι εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχάσω ότι το υποσχέθηκες στην οικογένειά σου πριν καν με ρωτήσεις».

Ο πατέρας του είχε ένα μικρό συνεργείο στον Κορυδαλλό. Τα τελευταία χρόνια δεν πήγαινε καλά. Μετά το χειρουργείο του στη μέση, το έκλεισε οριστικά και έμειναν κάτι χρέη σε προμηθευτές, ΔΕΗ και δόσεις που είχαν μαζευτεί. Τώρα τους έπαιρνε συνέχεια η εταιρεία διαχείρισης για ένα παλιό δάνειο που είχαν βάλει με εγγύηση το σπίτι τους.

Η πεθερά μου έκλαιγε στο τηλέφωνο. «Δεν θέλω να σας φορτωθώ, παιδί μου, αλλά ο πατέρας σου δεν κοιμάται. Φοβάται ότι θα μας βγάλουν το σπίτι». Και την καταλάβαινα. Δεν είναι άνθρωποι που ζητούσαν εύκολα βοήθεια. Όταν είχαμε πρωτομπεί στο δικό μας σπίτι στο Περιστέρι, μας είχαν δώσει τρεις χιλιάδες ευρώ για τα πρώτα έξοδα. Δεν το είχα ξεχάσει.

Ο άντρας μου όμως είχε ήδη πάει σε δικηγόρο και είχε μάθει ότι, αν μπαίναμε κι εμείς ως εγγυητές σε ρύθμιση, θα έπεφτε η μηνιαία δόση των δικών του γονιών. Μου το παρουσίασε σαν κάτι προσωρινό.

«Θα πληρώνουν εκείνοι. Απλώς χρειάζεται η δική μας υπογραφή για να δεχτούν τη ρύθμιση», είπε.

«Κι αν δεν μπορούν να πληρώνουν;» τον ρώτησα.

«Θα βοηθάμε όσο μπορούμε».

«Δηλαδή θα κινδυνεύει και το δικό μας σπίτι, για ένα χρέος που δεν είναι δικό μας;»

Εκεί θύμωσε. «Δεν είναι “ξένοι”, είναι οι γονείς μου».

Και έκανα το χειρότερο που μπορούσα εκείνη τη στιγμή. Του είπα: «Εγώ δεν παντρεύτηκα και τα χρέη τους».

Το μετάνιωσα αμέσως, αλλά είχε ήδη παγώσει. Μου είπε ότι μιλάω σαν να μην έχουν κάνει τίποτα για μας. Εγώ του είπα πως άλλο βοήθεια κι άλλο να δέσω το μέλλον του παιδιού μας σε μια υπογραφή.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν τελείως καθαρή μαζί του. Εδώ και σχεδόν έναν μήνα ήξερα ότι στο σούπερ μάρκετ όπου δουλεύω δεν θα μου ανανεώσουν τη σύμβαση. Μας το είπαν προφορικά, ότι θα μείνουν μόνο οι παλιότεροι. Δεν του το είχα πει γιατί περίμενα μήπως βρω κάτι άλλο πρώτα. Ντρεπόμουν. Ήξερα ότι ήδη πληρώνουμε στεγαστικό, φροντιστήριο για το παιδί και τα φάρμακα της μητέρας μου που δεν της καλύπτει όλα ο ΕΟΠΥΥ.

Όταν του το είπα, κάθισε κάτω και δεν μιλούσε. Μετά είπε ήσυχα: «Και εσύ μου ζητάς να μη φοβάμαι; Εγώ νόμιζα πως τουλάχιστον τα δικά μας είναι σταθερά».

Εκεί ένιωσα ότι δεν μαλώναμε μόνο για τους γονείς του. Εκείνος πίστευε ότι τον άφηνα μόνο απέναντι στην οικογένειά του. Κι εγώ ένιωθα ότι εκείνος είχε αποφασίσει πως, αν πιεστούν οι δικοί του, εγώ πρέπει να ακολουθήσω χωρίς να έχω λόγο.

Την επόμενη μέρα πήγε στους γονείς του. Δεν έφυγε από το σπίτι, απλώς είπε ότι ήθελε να τους κοιτάξει στα μάτια και να τους εξηγήσει πως δεν μπορούμε να υπογράψουμε έτσι. Η πεθερά μου με πήρε αργότερα. Δεν μου φώναξε. Αυτό ήταν ίσως πιο δύσκολο.

«Δεν σου ζητάω να χαθείτε για μας», μου είπε. «Αλλά περίμενα να είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτό».

Της απάντησα ότι κι εγώ αυτό νόμιζα: πως είμαστε μαζί. Απλώς για μένα το “μαζί” σημαίνει να μη μαθαίνω αποφάσεις αφού έχουν ήδη δοθεί υποσχέσεις.

Τελικά δεν υπογράψαμε ακόμα. Ο άντρας μου βρήκε λογιστή να δουν αν οι γονείς του μπορούν να μπουν στον εξωδικαστικό μηχανισμό και να κάνουν άλλη ρύθμιση. Εγώ στέλνω βιογραφικά όπου μπορώ. Μιλάμε, αλλά όχι όπως πριν. Υπάρχει μια απόσταση, σαν να φοβόμαστε και οι δύο ότι ο άλλος θα μας εγκαταλείψει μόλις τα πράγματα δυσκολέψουν.

Δεν ξέρω αν είμαι σκληρή ή αν απλώς προσπαθώ να προστατέψω το σπίτι μας. Ξέρω μόνο ότι η αφοσίωση δεν θα έπρεπε να σημαίνει πως χάνεις κάθε δικαίωμα να πεις «μέχρι εδώ». Εσείς τι θα κάνατε; Θα υπογράφατε για τους γονείς του συντρόφου σας, αν αυτό μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δική σας οικογένεια;