«Θα κλείσουμε το μαγαζί για να πάρεις άδεια μητρότητας;» μου είπε ο άντρας μου μπροστά στα παιδιά
«Δηλαδή τώρα, δύο μήνες πριν γεννήσεις, θυμήθηκες ότι δεν μπορείς;» μου είπε ο άντρας μου μέσα στο μαγαζί, ενώ η κόρη μας ήταν πίσω και έκανε τα μαθήματά της στο μικρό γραφείο.
Δεν φώναζε πολύ, αλλά αυτό ήταν χειρότερο. Είχε εκείνο το ύφος που έχει όταν προσπαθεί να μη χάσει την ψυχραιμία του. Εγώ ήμουν όρθια από τις επτά το πρωί, με πρησμένα πόδια, και είχα μόλις του πει ότι δεν θα μπορώ να συνεχίσω να ανοίγω μόνη μου το παντοπωλείο στη γειτονιά μας στον Κορυδαλλό.
«Δεν λέω ότι δεν θα κάνω τίποτα», του είπα. «Λέω ότι χρειάζομαι να βρούμε άνθρωπο για λίγες ώρες. Δεν κοιμάμαι, πονάει η μέση μου, φοβάμαι ακόμα και να σηκώνω τις κούτες.»
«Με ποια λεφτά;» μου απάντησε. «Το ρεύμα ανέβηκε, ο ΕΦΚΑ τρέχει, έχουμε τη δόση του σπιτιού και σε λίγο θα έχουμε άλλο παιδί. Δεν είναι ώρα για έξοδα.»
Το μαγαζί το ανοίξαμε πριν από τέσσερα χρόνια, όταν εκείνος έμεινε χωρίς δουλειά από μια αποθήκη στον Ρέντη. Εγώ τότε δούλευα σε φούρνο, αλλά παραιτήθηκα γιατί πιστεύαμε πως, αν δουλεύαμε μαζί, θα στεκόταν καλύτερα. Στην αρχή ήταν δύσκολα, μετά κάπως στρώσαμε. Δεν βγάλαμε ποτέ πολλά, αλλά πληρώναμε τα βασικά και είχαμε την εντύπωση ότι κρατάμε το τιμόνι.
Το δεύτερο παιδί ήταν δική μου επιθυμία περισσότερο. Εκείνος έλεγε «να περιμένουμε έναν χρόνο, να φτιάξουμε πρώτα ένα μαξιλάρι». Εγώ επέμενα πως ποτέ δεν θα νιώσουμε έτοιμοι. Του έλεγα ότι θα βοηθάει και η μητέρα μου, ότι θα τα καταφέρουμε όπως τα καταφέραμε με την κόρη μας.
Μόνο που δεν του είχα πει όλη την αλήθεια.
Δύο μήνες πριν μείνω έγκυος, είχα χρησιμοποιήσει σχεδόν 3.000 ευρώ από τα χρήματα που κρατούσαμε στην άκρη. Η μητέρα μου είχε κάνει εξετάσεις στο νοσοκομείο Νίκαιας, μετά χρειάστηκε φυσικοθεραπείες και φάρμακα που δεν κάλυπτε όλα ο ΕΟΠΥΥ. Ο αδελφός μου εκείνη την περίοδο ήταν άνεργος και η αδελφή μου έχει δύο μικρά. Δεν ήθελα να τους φέρω σε δύσκολη θέση.
Σκεφτόμουν ότι θα τα ξαναβάλω σιγά σιγά από το ταμείο. Δεν έγινε ποτέ. Πάντα έβγαινε κάτι: μια βλάβη στο ψυγείο, τα κοινόχρηστα, τα σχολικά της μικρής, μια επιταγή σε προμηθευτή.
Την ημέρα που τσακωθήκαμε, μου είπε πως πρέπει να δώσει προκαταβολή για καινούριο επαγγελματικό ψυγείο, γιατί το παλιό κάνει διακοπές και πετάμε προϊόντα. Και τότε τον άκουσα να λέει: «Έχουμε τουλάχιστον τα τρία χιλιάρικα στην άκρη. Θα σφίξουμε λίγο τα δόντια και θα γίνει.»
Δεν μπόρεσα να συνεχίσω το ψέμα. Του το είπα.
Έκατσε σε μια καρέκλα και για λίγη ώρα δεν μιλούσε. Μετά είπε μόνο: «Και αποφάσισες μόνη σου και για δεύτερο παιδί και για τα λεφτά μας;»
Εκεί θύμωσα. Του είπα ότι δεν ήταν “τα λεφτά μας” όταν έπρεπε να πάω τη μητέρα μου σε γιατρούς και να την βλέπω να μετράει τα χάπια της. Μου είπε ότι δεν κατηγόρησε τη μητέρα μου, αλλά ότι εγώ δεν τον εμπιστεύτηκα.
Η πεθερά μου, όταν το έμαθε, είπε πως μπορεί να κρατάει το μωρό μετά τη γέννα για να μην σταματήσω τελείως από το μαγαζί. Η μητέρα μου προσβλήθηκε και είπε ότι «δεν ζήτησε ελεημοσύνη». Ο άντρας μου δεν θέλει να πάρουμε δάνειο. Εγώ δεν θέλω να τον αφήσω μόνο του με δεκατέσσερις ώρες δουλειάς, αλλά ούτε μπορώ να κάνω πως το σώμα μου δεν διαμαρτύρεται.
Τελικά βρήκαμε μια κοπέλα από τη γειτονιά για τρία απογεύματα την εβδομάδα, χωρίς ένσημα προς το παρόν, κάτι που με τρώει γιατί ξέρω ότι δεν είναι σωστό. Εκείνος δέχτηκε, αλλά είπε πως μετά τη γέννα θα πρέπει να ξαναδούμε τα πάντα, ακόμα και αν θα κρατήσουμε το μαγαζί.
Δεν ξέρω αν φοβάμαι περισσότερο ότι θα το χάσουμε ή ότι, για να το σώσουμε, θα χαθούμε εμείς μέσα σε αυτό. Ίσως έκανα λάθος που πίστεψα πως η αγάπη και η προσπάθεια αρκούν όταν οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Είναι σωστό να βάζεις την ανάγκη σου για οικογένεια και ηρεμία πάνω από την οικονομική ασφάλεια;