«Αν δεν χωράει η μάνα μου στο σπίτι μου, να φύγω εγώ;» — Η κουβέντα που με έκανε να νιώσω ξένη στο ίδιο μου το σπίτι
«Αν δεν χωράει η μάνα μου στο σπίτι μου, να φύγω εγώ;» μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, μπροστά στην κόρη μας που έκανε τα μαθήματά της στο τραπέζι.
Δεν φώναξα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Είπα μόνο: «Δεν είπα να φύγει η μητέρα σου. Είπα ότι δεν αποφασίζεις μόνος σου πως θα μείνει εδώ, χωρίς καν να με ρωτήσεις».
Τη Δευτέρα είχε πέσει στο μπάνιο του σπιτιού της στον Κορυδαλλό. Τίποτα τραγικό, ευτυχώς, αλλά χτύπησε το ισχίο της και βγήκε από το Αττικόν με περπατούρα και οδηγίες να μην μένει μόνη τον πρώτο καιρό. Το καταλαβαίνω. Είναι 78 χρονών, χήρα, και ο άντρας μου είναι ο μόνος που μένει κοντά. Η αδελφή του είναι στην Πάτρα, με δύο παιδιά και δουλειά σε φροντιστήριο.
Αυτό που δεν καταλαβένω είναι γιατί το έμαθα όταν ήρθε ο ίδιος με δύο σακούλες από το σπίτι της, έβαλε τα φάρμακά της στο ντουλάπι και είπε στην κόρη μας: «Από σήμερα η γιαγιά θα κοιμάται στο δωμάτιό σου για λίγο».
Το δωμάτιο της κόρης μας. Όχι το δικό μας γραφείο, που έτσι κι αλλιώς είναι γεμάτο με χαρτιά και ένα παλιό ποδήλατο. Το δωμάτιο του παιδιού, λες και δεν υπήρχε άλλη λύση. Και ούτε μια κουβέντα μαζί μου.
Μένουμε σε ένα δυάρι στην Κυψέλη, που το είχε πάρει ο άντρας μου από τον παππού του. Εγώ έβαλα ό,τι πήρα από την αποζημίωση όταν έκλεισε το κατάστημα που δούλευα, για να το φτιάξουμε. Άλλαξα κουζίνα, μπάνιο, κουφώματα. Δεν λέω ότι έγινε δικό μου επειδή έβαλα λεφτά. Αλλά εννιά χρόνια εδώ μέσα, δεν γίνεται να μου μιλάει σαν να είμαι φιλοξενούμενη.
Του το είπα εκείνο το βράδυ.
«Δεν σου ζητάω να την αφήσεις μόνη. Σου ζητάω να καθίσουμε και να βρούμε τρόπο. Να δούμε για βοήθεια στο σπίτι από τον δήμο, να μοιραστείτε τις μέρες με την αδελφή σου, να ξέρουμε πόσο θα κρατήσει».
«Η μάνα μου δεν είναι πρόγραμμα στο κινητό να της βάλουμε βάρδιες», μου απάντησε.
«Κι εγώ δεν είμαι νοσοκόμα, ούτε η κόρη μας αποθήκη για να μαζεύει τα πράγματά της».
Εκεί θύμωσε. Και δίκαια ίσως, γιατί το είπα πολύ άσχημα. Η μητέρα του άκουγε από το σαλόνι και την επόμενη μέρα μου είπε χαμηλόφωνα: «Αν σας δυσκολεύω, παιδί μου, να πάω σπίτι μου. Δεν θέλω να χαλάσετε για μένα».
Και ένιωσα απαίσια. Γιατί δεν φταίει εκείνη που ο γιος της δεν έκανε μια κανονική συνεννόησει μαζί μου.
Μετά όμως έμαθα κάτι άλλο. Η αδελφή του μου είπε στο τηλέφωνο, σχεδόν κλαίγοντας, ότι η μητέρα τους είχε δώσει τότε 15.000 ευρώ στον άντρα μου για να μπορέσουμε να φτιάξουμε το σπίτι. Εγώ ήξερα ότι είχαν μπει χρήματα, αλλά νόμιζα πως ήταν κάτι που τα είχε κρατήσει ο ίδιος από παλιά. Δεν ρώτησα ποτέ. Δεν ήθελα να ανοίξω κουβέντα, γιατί φοβόμουν ότι θα ακούσω πως «η οικογένειά σου δεν βοήθησε το ίδιο».
Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ βόλεψα τη σιωπή μου. Δεν ζήτησα ποτέ να ξεκαθαρίσουμε τι είναι δικό μας, τι χρωστάμε, τι περιμένουν από εμάς. Νόμιζα πως, αν δεν το συζητάμε, δεν υπάρχει.
Ο άντρας μου είπε πως ένιωθε υποχρέοση απέναντί της. «Μας έδωσε ό,τι είχε και τώρα μου λες να ψάξω υπηρεσίες;» μου είπε. Κι εγώ του είπα πως η ευγνωμοσύνη δεν του δίνει δικαίωμα να αποφασίζει για το παιδί μας, το σπίτι και τη ζωή μου σαν να μην υπάρχω.
Τρεις μέρες δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου. Η μητέρα του κοιμόταν στον καναπέ τελικά, επειδή η κόρη μας έκλαιγε και δεν ήθελε να χάσει το δωμάτιό της. Αυτό με τσάκισε περισσότερο. Ένα παιδί ένιωσε ότι πρέπει να κάνει πίσω, επειδή εμείς οι μεγάλοι δεν μπορούσαμε να πούμε δύο κουβέντες εγκαίρως.
Χθες συμφωνήσαμε να μείνει για έναν μήνα και να βάλουμε συγκεκριμένα πράγματα: ποιος αναλαμβάνει τα φάρμακα, ποιος τις εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας, τι κάνει η αδελφή του όταν κατεβαίνει Αθήνα, και ότι δεν θα ξαναγίνει αλλαγή στο σπίτι χωρίς να το συζητάμε πρώτα. Δεν ξέρω αν θα κρατήσει. Ο άντρας μου ακόμα λέει ότι τον έφερα σε θέση να διαλέξει ανάμεσα σε μένα και τη μητέρα του. Εγώ νιώθω ότι με έβαλε ήδη εκτός επιλογής.
Δεν θέλω να τον τιμωρήσω επειδή νοιάζεται για τη μητέρα του. Αλλά δεν θέλω και να μάθω να σωπαίνω για να μη χαλάει η ηρεμία. Μήπως άργησα κι εγώ να βάλω όρια ή ήταν προδοσία το ότι πήρε αυτή την απόφαση χωρίς εμένα; Εσείς τι θα κάνατε;