«Δηλαδή θα φύγεις τώρα που μας χρειάζεται η οικογένεια;» — Η δουλειά στην Αθήνα που άνοιξε ό,τι κρατούσαμε μέσα μας

«Δηλαδή θα φύγεις τώρα που η μάνα μου δεν μπορεί ούτε να σηκωθεί μόνη της;» μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, μπροστά στην κόρη μας.

Δεν φώναξε. Αυτό ήταν χειρότερο. Η κόρη μας σταμάτησε να τρώει και κοίταζε το πιάτο της.

«Δεν είπα ότι θα την αφήσω», του απάντησα. «Είπα ότι μου έκαναν πρόταση για δουλειά στην Αθήνα. Είναι κάτι που περιμένω χρόνια.»

Μένουμε στη Θεσσαλονίκη, σε ένα δυάρι που νοικιάζουμε στην Τούμπα. Εγώ δουλεύω δεκατέσσερα χρόνια σε γραφείο λογιστή, με ωράρια που αλλάζουν κάθε μήνα και λεφτά που σχεδόν φτάνουν. Ο άντρας μου έχει συνεργείο με τον αδερφό του, αλλά τους τελευταίους μήνες η δουλειά έχει πέσει πολύ.

Η πρόταση ήταν από μια εταιρεία στην Αθήνα, για θέση στο λογιστήριο. Καλύτερος μισθός, ένσημα κανονικά, σταθερό ωράριο. Θα μπορούσα αρχικά να πηγαίνω Δευτέρα με Πέμπτη και να γυρίζω τα Σαββατοκύριακα, μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι η πεθερά μου έπεσε πριν από τρεις μήνες και έσπασε το ισχίο της. Μετά το νοσοκομείο Παπαγεωργίου, γύρισε σπίτι της, αλλά χρειάζεται άνθρωπο για ψώνια, φάρμακα, φυσικοθεραπείες και παρέα. Ο άντρας μου πηγαίνει κάθε απόγευμα. Η αδερφή του μένει Κατερίνη και έρχεται όποτε μπορεί, δηλαδή συνήθως μία φορά τη βδομάδα.

Κι εγώ πηγαίνω σχεδόν κάθε πρωί πριν τη δουλειά. Της αφήνω φαγητό, βάζω πλυντήριο, κοιτάω τους λογαριασμούς της. Δεν το έκανα επειδή μου το ζήτησε κανείς ανοιχτά. Απλώς έγινε σιγά-σιγά και κανείς δεν σκέφτηκε ότι ίσως δεν μπορώ πάντα.

«Η μητέρα σου έχει και παιδιά», του είπα. «Δεν είμαι εγώ η μόνη λύση.»

«Δεν είπα ότι είσαι η μόνη. Αλλά εσύ ξέρεις πώς είναι. Σε ακούει. Και η αδερφή μου έχει δύο παιδιά και δουλειά.»

«Κι εγώ τι έχω; Χόμπι;» του πέταξα.

Εκεί με κοίταξε αλλιώς. «Εσύ έχεις μια κόρη που θα δώσει Πανελλήνιες του χρόνου. Αυτό έχεις.»

Δεν απάντησα. Γιατί είχε δίκιο σε κάτι. Η κόρη μας τελευταία είναι κλεισμένη στο δωμάτιό της, διαβάζει, αγχώνεται, και εγώ αντί να κάτσω δίπλα της, τρέχω από τη δουλειά στην πεθερά μου και από εκεί στο σπίτι. Αλλά ένιωσα άσχημα που το χρησιμοποίησε σαν επιχείρημα για να μη φύγω.

Το ίδιο βράδυ μου είπε η κόρη μου: «Μαμά, αν θες τη δουλειά, να πας. Απλώς μη με ρωτάς μετά γιατί δεν σου μιλάω.»

Με τσάκισε αυτό. Της είπα πως δεν θα την άφηνα. Μου απάντησε: «Δεν λέω ότι θα με αφήσεις. Αλλά εδώ είσαι ήδη και πολλές φορές λείπεις.»

Τότε της είπα κάτι που δεν είχα πει ούτε στον άντρα μου. Η εταιρεία δεν μου έκανε απλώς πρόταση. Είχα στείλει βιογραφικό πριν έξι μήνες, χωρίς να το συζητήσω με κανέναν. Είχα κάνει δύο συνεντεύξεις με άδειες από τη δουλειά, λέγοντας ότι έχω εξετάσεις.

Το έκρυψα γιατί ήξερα ότι θα γινόταν αυτή η κουβέντα. Και ίσως γιατί μέσα μου ήθελα να πάρω την επιβεβαίωση ότι μπορώ ακόμα να με διαλέξει κάποιος για κάτι παραπάνω από «η γυναίκα που τα προλαβαίνει όλα».

Όταν το έμαθε ο άντρας μου, δεν θύμωσε αμέσως. Μόνο είπε: «Άρα το είχες αποφασίσει και απλώς περίμενες να μας το ανακοινώσεις.»

Δεν το είχα αποφασίσει, αλλά καταλαβένετε γιατί το ένιωσε έτσι. Είχα κρατήσει μυστικό κάτι μεγάλο, ενώ από εκείνον ζητούσα να με καταλάβει.

Την επόμενη μέρα πήγα στην πεθερά μου. Δεν ήθελα να της πω τίποτα, αλλά με ρώτησε γιατί είμαι χάλια.

Μου είπε: «Να πας, παιδί μου. Εγώ μεγάλωσα παιδιά, δεν θα τους μεγαλώνω και τώρα.»

Και μετά, πιο σιγά, είπε: «Αλλά να ξέρεις, ο γιος μου φοβάται. Από τότε που πέθανε ο πατέρας του, νομίζει πως αν δεν είναι κάθε μέρα εδώ, θα φταίει για όλα.»

Δεν τον είχα σκεφτεί έτσι. Για μένα ήταν απλώς ο άντρας που δεν με στηρίζει. Ίσως όμως ήταν κι εκείνος ένας άνθρωπος που φοβόταν ότι θα μείνει μόνος με ευθύνες που δεν ξέρει να σηκώσει.

Η εταιρεία μου έδωσε προθεσμία μέχρι την Παρασκευή. Δεν έχω απαντήσει ακόμα. Ο άντρας μου είπε ότι μπορούμε να ψάξουμε βοήθεια μέσω του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» του δήμου και να μοιραστούν οι μέρες με την αδερφή του. Δεν μου είπε όμως «πήγαινε». Κι εγώ δεν μπορώ να του ζητήσω να το πει, σαν να χρειάζομαι άδεια.

Νιώθω ενοχές που θέλω κάτι για μένα, αλλά και θυμό που τόσα χρόνια το θεωρούσα φυσιολογικό να βάζω τον εαυτό μου τελευταίο. Δεν ξέρω αν η σωστή λύση είναι να φύγω ή να μείνω. Ξέρω μόνο ότι έτσι όπως είμαστε τώρα, δεν είμαστε καλά.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Η προσωπική ευτυχία πρέπει να περιμένει όταν η οικογένεια σε χρειάζεται ή πρέπει κάποια στιγμή να επιλέγεις και τον εαυτό σου;