«Μας είπες ότι δεν χρειάζεσαι κανέναν» — κι εκείνη κατάλαβε πόσο ακριβά μπορεί να κοστίσει η ανεξαρτησία
Το χαρτί με την αύξηση του ενοικίου ήταν κολλημένο με μαγνητάκι στο ψυγείο σχεδόν δύο εβδομάδες. Δεν το έβγαζα. Σαν να πίστευα ότι, αν το βλέπω κάθε πρωί δίπλα στο γάλα, θα βρεθεί μόνο του ένας τρόπος να μη με αφορά.
Από 610, πήγαινε 720 ευρώ. Για δυάρι 46 τετραγωνικά στα Κάτω Πατήσια, τρίτος χωρίς ασανσέρ, με ένα μπάνιο που μυρίζει υγρασία κάθε φορά που βρέχει. Ο ιδιοκτήτης μού το είπε και σχεδόν απολογητικά στο τηλέφωνο.
«Ξέρεις τι γίνεται στην αγορά, Μαρίνα. Δεν μπορώ να το κρατήσω άλλο.»
Σαν να έφταιγε η αγορά και όχι ότι ήξερε πως δεν είχα πού να πάω από τη μια μέρα στην άλλη.
Είμαι 33 χρονών, γραφίστρια, ελεύθερη επαγγελματίας από τα 27 μου. Το λέω έτσι, “ελεύθερη επαγγελματίας”, και ακούγεται κάπως πιο σταθερό απ’ όσο είναι. Στην πραγματικότητα έχω δύο πελάτες που πληρώνουν στην ώρα τους, έναν που εξαφανίζεται κάθε Αύγουστο και έναν που μου λέει κάθε μήνα ότι «θα τακτοποιηθούμε μόλις κλείσει το project». Το project του, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν κλείνει ποτέ.
Δεν έχω ζητήσει χρήματα από τους γονείς μου εδώ και χρόνια. Όχι επειδή περισσεύουν σε μένα. Επειδή κάθε φορά που χρειαζόμουν κάτι, υπήρχε μαζί και μια υπενθύμιση.
Όταν ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, ο πατέρας μου έστελνε τα χρήματα για το νοίκι και μετά με έπαιρνε τηλέφωνο για να μου πει ότι ο ξάδερφός μου δουλεύει παράλληλα με τη σχολή του και «δεν κάνει ζωή». Όταν έμεινα άνεργη για έξι μήνες, η μητέρα μου μου έδινε σακούλες με τάπερ και χαρτί κουζίνας, αλλά έβρισκε τρόπο να μου πει ότι αν είχα μείνει στο γραφείο που ήμουν πριν, τώρα δεν θα αγχωνόμουν.
Δεν είναι κακοί άνθρωποι. Αυτό είναι το δύσκολο να εξηγήσω. Ο πατέρας μου δούλεψε από δεκαεπτά χρονών στο συνεργείο του θείου του, μετά άνοιξε δικό του μαγαζί με ανταλλακτικά στον Βοτανικό. Η μητέρα μου κρατούσε το σπίτι, τα λογιστικά του μαγαζιού, τη γιαγιά μου όταν αρρώστησε. Για εκείνους, βοήθεια σημαίνει να σου δίνουν κάτι πρακτικό. Χρήματα, φαγητό, ένα τηλέφωνο σε γνωστό. Αλλά μαζί με το πρακτικό έρχεται και η ιδέα ότι, από εκείνη τη στιγμή, έχουν δικαίωμα να ξέρουν τι κάνεις με τη ζωή σου.
Εγώ ήθελα να μη χρωστάω εξηγήσεις.
Τον πρώτο χρόνο που στάθηκα μόνη μου στην Αθήνα, έτρωγα μακαρόνια τρεις φορές τη βδομάδα και έκανα ότι μου αρέσουν. Δεν έβγαινα σχεδόν καθόλου. Έλεγα όχι σε γάμους, εκδρομές, ακόμα και σε καφέδες όταν είχε φτάσει η τελευταία εβδομάδα του μήνα. Παρ’ όλα αυτά, όταν πλήρωνα το ενοίκιο από δικά μου λεφτά, ένιωθα κάτι σαν ηρεμία. Μικρή, αλλά δική μου.
Με την αύξηση, αυτή η ηρεμία εξαφανίστηκε. Είχα κάποια χρήματα στην άκρη, αλλά όχι αρκετά για να παριστάνω την άνετη. Και εκείνον τον μήνα χάλασε και το λάπτοπ μου. Φυσικά δεν χάλασε απλώς. Άρχισε να σβήνει στη μέση της δουλειάς, να κάνει έναν ήχο σαν μικρό ψυγείο και να ανοίγει μόνο όταν ήθελε.
Το είπα στη μητέρα μου ένα απόγευμα, ενώ με είχε πάρει για να μου πει ότι βρήκε προσφορά σε ντομάτες στη λαϊκή.
«Να το πεις στον πατέρα σου», μου είπε αμέσως.
«Γιατί;»
«Γιατί ξέρει έναν άνθρωπο που φέρνει υπολογιστές από Γερμανία. Μπορεί να σου βρει κάτι καλό.»
«Μαμά, δεν θέλω να του ζητήσω.»
Έκανε εκείνο το μικρό κενό που κάνει όταν εκνευρίζεται αλλά προσπαθεί να μη φανεί.
«Εσύ δεν θέλεις ποτέ. Μετά όμως κάθεσαι και στενοχωριέσαι μόνη σου.»
Τελικά πήγα Κυριακή για φαγητό. Ο αδερφός μου, ο Στέλιος, ήταν εκεί με τη γυναίκα του και το μικρό τους. Ο Στέλιος είναι δύο χρόνια μεγαλύτερός μου και δουλεύει στο μαγαζί του πατέρα μου. Πριν από τρία χρόνια, όταν γεννήθηκε ο ανιψιός μου, οι γονείς μου τούς έδωσαν προκαταβολή για ένα σπίτι στο Αιγάλεω. Δεν το λέω με πίκρα. Τουλάχιστον όχι μόνο με πίκρα. Έχουν παιδί, είχαν ανάγκη χώρο, το καταλαβαίνω.
Απλώς εκείνο το μεσημέρι, καθώς ο μικρός πέταγε ψωμί κάτω από το τραπέζι κι η μητέρα μου έλεγε να μην τον μαλώνουμε γιατί κουράστηκε στον παιδικό, ο πατέρας μου με ρώτησε πώς πάει η δουλειά.
Του είπα την αλήθεια. Ότι έχω αρκετά να κάνω, αλλά καθυστερούν πληρωμές. Ότι το ενοίκιο ανέβηκε. Ότι ίσως χρειαστεί να βρω συγκατοίκηση ή να πάω πιο έξω, προς Περιστέρι ή Κορυδαλλό, αν βρω κάτι λογικό.
Δεν ζήτησα τίποτα. Το είπα μάλλον επειδή ήμουν κουρασμένη.
Ο πατέρας μου έκοψε λίγο ψωμί, έβαλε λάδι στο πιάτο του και είπε:
«Να γυρίσεις σπίτι, άμα είναι. Το πάνω δωμάτιο άδειο είναι. Να μαζευτείς ένα διάστημα, να βάλεις στην άκρη. Δεν είναι ντροπή.»
Η πρόταση, από μόνη της, θα μπορούσε να είναι καλή. Αλλά μετά συνέχισε.
«Και να δούμε λίγο αυτό με τη δουλειά σου. Όλο λογότυπα και ιστοσελίδες… Δεν μπορείς να ξέρεις κάθε μήνα τι θα μπει. Έλα στο μαγαζί δυο-τρεις μέρες, να βοηθάς και στα τιμολόγια. Να έχεις ένα σίγουρο ποσό.»
Ο Στέλιος δεν είπε τίποτα. Η γυναίκα του κοίταξε το πιάτο της. Η μητέρα μου είπε μόνο: «Ο πατέρας σου το λέει για καλό.»
Και τότε εγώ είπα κάτι άσχημο. Όχι φωναχτά, αλλά αρκετά καθαρά.
«Για καλό μου ή για να μπορείτε πάλι να μου λέτε τι είναι σωστό;»
Ο πατέρας μου πάγωσε. Πραγματικά πάγωσε. Δεν θύμωσε αμέσως. Αυτό με έκανε να νιώσω χειρότερα, αλλά συνέχισα.
«Στον Στέλιο δώσατε λεφτά για σπίτι χωρίς να του πείτε να αλλάξει ζωή. Σε μένα κάθε βοήθεια έρχεται με πρόγραμμα, συμβουλές και έλεγχο.»
Ο Στέλιος τότε σηκώθηκε να πάρει τον μικρό, που είχε αρχίσει να γκρινιάζει. Δεν με κοίταξε καν.
Ο πατέρας μου είπε: «Ο αδερφός σου έχει οικογένεια.»
«Κι εγώ τι έχω; Μια ιδιοτροπία;»
Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς τελείωσε. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μαζεύει πιάτα πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν. Θυμάμαι ότι έφυγα χωρίς να πάρω το ταψί με παστίτσιο που μου είχε ετοιμάσει. Και θυμάμαι πως στο λεωφορείο, αντί να κλαίω, έκανα υπολογισμούς στο κινητό για το πόσες ώρες δουλειάς χρειάζομαι για να καλύψω τη διαφορά στο ενοίκιο.
Τις επόμενες μέρες ο πατέρας μου δεν πήρε τηλέφωνο. Η μητέρα μου έστελνε καλημέρες, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Εγώ δέχτηκα μια δουλειά που κανονικά δεν θα δεχόμουν, για κατάλογο μαγαζιού και αναρτήσεις στα social, με χρήματα γελοία. Δούλευα μέχρι τη μία το βράδυ και μετά ξυπνούσα με εκείνο το βάρος στο στήθος που δεν είναι ακριβώς πανικός, αλλά δεν σε αφήνει να κοιμηθείς.
Βρήκα τελικά μια κοπέλα για συγκατοίκηση. Είναι νοσηλεύτρια, τη λένε Άννα, δουλεύει βάρδιες και λείπει συχνά. Δεν είναι ιδανικό. Έβαλα τα μισά πράγματά μου σε κούτες, πούλησα μια παλιά βιβλιοθήκη και μετακόμισα σε σπίτι μικρότερο κοντά στον Άγιο Νικόλαο. Την πρώτη νύχτα άκουγα το ψυγείο της Άννας να βουίζει και σκεφτόμουν ότι στα 33 μου μοιράζομαι πάλι μπάνιο.
Πριν λίγες μέρες, ο πατέρας μου μού έστειλε μήνυμα. Μόνο αυτό:
«Βρήκα έναν καλό υπολογιστή. Αν τον θέλεις, πες μου.»
Το κοίταξα αρκετή ώρα. Ήθελα να απαντήσω “όχι”. Ήθελα να απαντήσω “ευχαριστώ”. Ήθελα να του γράψω ότι δεν είναι ο υπολογιστής το θέμα και μάλλον δεν ήταν ποτέ.
Τελικά έγραψα: «Πόσο κάνει; Να δω αν μπορώ να σου δώσω τα μισά τώρα.»
Δεν έχει απαντήσει ακόμα. Ίσως είναι στο μαγαζί. Ίσως το διάβασε και ενόχλησε. Κι εγώ, αντί να κάνω τη δουλειά που έχω ανοιχτή στην οθόνη, κοιτάζω το κινητό κάθε λίγα λεπτά.
Δεν ξέρω αν θέλω να μου πει “θα στα δώσω εγώ” ή αν φοβάμαι ακριβώς αυτό.