«Δεν αντέχω άλλο να μετράω τα ψώνια και να σε φοβάμαι όταν γυρνάς σπίτι» — Η εξάντληση μετά το τρίτο παιδί τους έφερε στο χείλος

Είμαι 38 χρονών και μέχρι πριν από έναν χρόνο πίστευα ότι ο γάμος μου με τον Στέλιο είχε περάσει τα δύσκολα. Δεν λέω ότι ήμασταν το τέλειο ζευγάρι. Ποτέ δεν ήμασταν. Αλλά είχαμε έναν τρόπο να τα βρίσκουμε.

Μετά γεννήθηκε η μικρή μας, η Αλεξάνδρα. Το τρίτο παιδί. Και κάπου εκεί, μέσα σε λίγους μήνες, σταματήσαμε να είμαστε ομάδα.

Ο Στέλιος δούλευε χρόνια σε συνεργείο αλουμινίων. Δεν είχε ποτέ σταθερά λεφτά, αλλά υπήρχε μια ροή. Τώρα, άλλος πελάτης καθυστερούσε, άλλος ακύρωνε, άλλος ήθελε δουλειά «χωρίς απόδειξη και βλέπουμε». Υπήρχαν εβδομάδες που έφερνε κάτι, άλλες που δεν έφερνε σχεδόν τίποτα. Κι εγώ ήμουν σπίτι με ένα μωρό, ένα παιδί έξι χρονών και έναν εννιάχρονο που είχε αρχίσει να κάνει φασαρίες στο σχολείο.

Ζούμε σε ένα δυάρι και μισό στην Καλλιθέα, στον τρίτο, χωρίς ασανσέρ. Το μωρό κοιμόταν ελάχιστα. Ο μεγάλος ήθελε βοήθεια στα μαθήματα, ο μεσαίος ζήλευε τη μικρή και το έβγαζε με φωνές. Εγώ θήλαζα, μαγείρευα ό,τι προλάβαινα, έπλενα, ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες με καρότσι και σακούλες. Κάποιες μέρες καταλάβαινα το βράδυ ότι δεν είχα πιει ούτε ένα ποτήρι νερό κανονικά.

Δεν το λέω για να φανώ ηρωίδα. Υπήρχαν στιγμές που έβαζα στα παιδιά κινούμενα για να κάθομαι δέκα λεπτά στον καναπέ και μετά με έπνιγαν οι τύψεις. Υπήρχαν μέρες που δεν μαγείρευα. Παραγγέλναμε πίτες, ενώ ξέραμε ότι δεν έπρεπε να δίνουμε ούτε αυτά τα λεφτά. Μια φορά ξέχασα τον λογαριασμό του ρεύματος μέσα σε μια στοίβα με χαρτιά από το σχολείο και τον πληρώσαμε εκπρόθεσμα.

Ο Στέλιος το βρήκε ένα βράδυ πάνω στο τραπέζι.

«Τι είναι αυτό;» είπε.

«Ο λογαριασμός. Θα τον πληρώσω αύριο από τα λίγα που έχουν μείνει.»

Γέλασε, όχι δυνατά. Εκείνο το πικρό γέλιο που με έκανε να σφίγγομαι.

«Από ποια λίγα, Μαρία; Ξέρεις πόσα χρωστάμε; Ξέρεις καν;»

Ήξερα. Όχι με ακρίβεια, γιατί φοβόμουν να τα γράψω όλα μαζί. Ενοίκιο, κάρτα, δόση για το μηχανάκι, φροντιστήριο του μεγάλου, γάλατα, πάνες. Τα ήξερα όμως.

«Κάνω ό,τι μπορώ», του είπα.

Τότε ήταν που ξεκίνησε να λέει πως αν είχα γυρίσει νωρίτερα σε δουλειά, δεν θα ήμασταν έτσι. Ότι η αδερφή του είχε βάλει το παιδί παιδικό σταθμό από οκτώ μηνών και δούλευε. Ότι εγώ είχα βολευτεί στο σπίτι.

Το «βολευτεί» με χτύπησε πιο πολύ απ’ όλα.

Δεν του απάντησα εκείνη τη στιγμή. Η μικρή κοιμόταν στο δωμάτιο και φοβήθηκα μην την ξυπνήσουμε. Πήγα στην κουζίνα και έπλυνα δύο καθαρά πιάτα που ήταν ήδη στο στραγγιστήρι. Αυτό έκανα όταν δεν ήξερα τι να κάνω: έπλενα κάτι.

Την επόμενη μέρα έβαλα αγγελία σε μια τοπική ομάδα στο Facebook, ότι μπορώ να κάνω καθαριότητες δύο πρωινά την εβδομάδα. Μου έστειλαν τρεις γυναίκες. Η μία ήθελε να πηγαίνω στο Παλαιό Φάληρο τέσσερις ώρες, με λεωφορείο, για χρήματα που μετά βίας θα κάλυπταν τη μετακίνηση και μια κοπέλα να κρατάει το μωρό. Η άλλη ήθελε «όποτε μπορείς, αλλά να είσαι διαθέσιμη». Δεν μπορούσα ούτε να κανονίσω πότε θα κοιμηθεί η Αλεξάνδρα.

Ο Στέλιος έλεγε ότι έψαχνε κι εκείνος παραπάνω δουλειές. Και έψαχνε, το ξέρω. Τον έβλεπα να στέλνει μηνύματα σε μαστόρους, να κάνει τηλέφωνα από το μπαλκόνι, να γυρνάει με τη σκόνη στα ρούχα και τα χέρια σκασμένα από τα τζάμια και τις σιλικόνες. Αλλά η αγωνία του έβγαινε πάνω μου.

Άρχισε να σχολιάζει τα πάντα. Γιατί πήρα αυτό το απορρυπαντικό, γιατί τα παιδιά θέλουν τόσα πράγματα για το σχολείο, γιατί το ψυγείο είναι μισοάδειο αλλά «όλο λεφτά φεύγουν». Μια μέρα βρήκε ένα πακέτο μπισκότα που είχα πάρει για τον μικρό και μου είπε:

«Μέχρι και αυτά είναι πολυτέλεια τώρα.»

Του πέταξα το πακέτο στον νεροχύτη. Δεν είμαι περήφανη γι’ αυτό. Τα μπισκότα άνοιξαν και έπεσαν κάτω. Ο μικρός άρχισε να κλαίει σαν να είχε γίνει κάτι τρομερό.

Ένα βράδυ, μετά από έναν καβγά που ξεκίνησε επειδή είχε μείνει ένα παράθυρο μισάνοιχτο, ο Στέλιος έφυγε για μια βόλτα. Δεν πήρε μπουφάν, μόνο τα κλειδιά και το κινητό. Έμεινα με τα τρία παιδιά, το ένα να βήχει και τα άλλα δύο ξύπνια από τις φωνές.

Κάθισα στο πάτωμα του σαλονιού. Δεν έκλαιγα καν στην αρχή. Κοίταζα ένα αυτοκινητάκι κάτω από τον καναπέ και σκεφτόμουν ότι δεν θυμόμουν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαμε φάει όλοι μαζί χωρίς να κοιτάει εκείνος το κινητό του και χωρίς να κάνω εγώ ταυτόχρονα κάτι άλλο.

Γύρισε μετά από περίπου μία ώρα. Δεν είπε «συγγνώμη». Εγώ δεν είπα τίποτα. Έβαλε νερό σε ένα ποτήρι και έμεινε όρθιος στην κουζίνα.

«Δεν θέλω να γίνω ο πατέρας μου», είπε τελικά.

Ο πατέρας του είχε φύγει όταν ο Στέλιος ήταν δεκατριών. Είχε αφήσει χρέη και μια μάνα που δούλευε σε δύο σπίτια για καθαριότητα. Ο Στέλιος σπάνια μιλούσε γι’ αυτό.

Του είπα ότι ούτε εγώ θέλω να γίνω η μάνα μου, που κατάπινε τα πάντα και μετά αρρώσταινε από τα νεύρα της. Δεν ήταν συμφιλίωση. Ήταν απλώς η πρώτη φορά μετά από μήνες που δεν προσπαθούσαμε να αποδείξουμε ποιος κουράζεται περισσότερο.

Δύο εβδομάδες αργότερα, βρήκα στο κινητό του μια αναζήτηση για «οικογενειακός σύμβουλος Αθήνα οικονομικά». Δεν έψαχνα το κινητό του, καθόταν δίπλα μου και το άφησε ανοιχτό όταν πήγε να κάνει μπάνιο. Όταν βγήκε, του είπα ήσυχα ότι το είδα.

Κοκκίνισε. Νόμιζα ότι θα νευριάσει.

«Δεν ξέρω αν βοηθάνε αυτά», είπε. «Αλλά έτσι όπως πάμε, θα πούμε πράγματα που δεν μαζεύονται.»

Την πρώτη φορά πήγαμε σε μια ψυχολόγο κοντά στη Συγγρού. Αφήσαμε τη μικρή στη μητέρα μου και τα αγόρια στη θεία τους. Μόνο το να οργανωθεί αυτό ήταν ολόκληρη επιχείρηση.

Στην αρχή καθόμασταν άκαμπτοι, σαν να περιμέναμε να μας εξετάσει κάποιος. Ο Στέλιος είπε ότι νιώθει αποτυχημένος. Εγώ είπα ότι νιώθω αόρατη. Μετά μιλήσαμε και οι δύο μαζί, οπότε δεν καταλάβαινε κανείς τίποτα.

Η ψυχολόγος μας σταμάτησε και είπε μόνο: «Ακούω δύο ανθρώπους που φοβούνται πολύ. Αλλά ο ένας έχει γίνει ο φόβος του άλλου.»

Εκνευρίστηκα όταν το άκουσα. Μου φάνηκε εύκολη κουβέντα για κάποιον που δεν είχε να πληρώσει το ενοίκιό μας. Παρ’ όλα αυτά, όλη τη διαδρομή της επιστροφής δεν μιλούσαμε.

Στο σπίτι, ο Στέλιος πήρε τα παιδιά για μπάνιο χωρίς να του το ζητήσω. Εγώ άνοιξα το συρτάρι με τους λογαριασμούς και τους έβαλα σε μια σειρά. Δεν λύθηκε τίποτα. Την επόμενη μέρα πάλι θα έπρεπε να δούμε τι θα γίνει με τα χρήματα και ποιος θα κρατήσει τη μικρή αν βρω δουλειά.

Αλλά για εκείνο το βράδυ, τουλάχιστον, δεν πετάξαμε ο ένας στον άλλον το βάρος μας.