«Πήρα το παιδί μου και έφυγα»: Όταν ο ίδιος σου ο πατέρας σε διώχνει από το σπίτι και σε αναγκάζει να ξαναρχίσεις από το μηδέν

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑΣ

Τα πράγματά μας τα μάζεψα από την πυλωτή, μέσα σε σακούλες σκουπιδιών και δυο παιδικά καλαθάκια. Εκεί τα είχε πετάξει ο πατέρας μου ένα Σάββατο μεσημέρι, ενώ εγώ ήμουν στη δουλειά και ο μικρός στον παιδικό. Γύρισα και τα βρήκα κάτω, δίπλα στα ποδήλατα των γειτόνων. Ντράπηκα, θύμωσα, αλλά πιο πολύ τρόμαξα, γιατί κατάλαβα ότι δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο.

Είχα γυρίσει στο πατρικό πριν από ενάμιση χρόνο, μετά τον χωρισμό μου. Με ένα παιδί 4 χρονών, μισθό 780 ευρώ σε φαρμακαποθήκη και ενοίκια που δεν έβγαιναν με τίποτα, δεν είχα πολλές επιλογές. Η συμφωνία ήταν να δίνω κάθε μήνα για λογαριασμούς και σούπερ μάρκετ, να βοηθάω όσο μπορώ και να μαζευτώ λίγο. Στην αρχή έτσι πήγε. Μετά ο πατέρας μου άρχισε πάλι να πίνει πιο βαριά. Όχι ένα ποτηράκι, μιλάμε να ξυπνάει και να βάζει από το πρωί. Άλλαζε άνθρωπος. Μια ήταν ήσυχος, μια έβριζε, μια μου έλεγε ότι με κρατάει αυτός και χωρίς αυτόν θα ήμουν στον δρόμο.

Άρχισε να μου ζητάει όλο και περισσότερα χρήματα. Όχι για το σπίτι μόνο. Να του δώσω για κάτι χρέη, να του αφήσω την κάρτα να τραβήξει, να πληρώσω εγώ το πετρέλαιο όλο, μετά να του πάρω τσιγάρα, μετά να του δανείσω μέχρι να μπει η σύνταξη. Αν έλεγα ότι δεν έχω, ξεκινούσε πόλεμος. Μπροστά στο παιδί. Με έλεγε αχάριστη, ότι τον εκμεταλλεύομαι, ότι έφερα και το παιδί μου μέσα στο σπίτι του και τον έκανα ξενοδοχείο. Ο μικρός είχε αρχίσει να ρωτάει γιατί ο παππούς φωνάζει και γιατί μυρίζει «περίεργα».

Το χειρότερο είναι ότι άργησα να φύγω. Το λέω και ντρέπομαι. Όλο έλεγα να κάνω λίγη υπομονή μέχρι το καλοκαίρι, μέχρι να βρω κάτι πιο φθηνό, μέχρι να πληρωθώ το επίδομα. Δηλαδή έβλεπα ότι το παιδί ζούσε μέσα στην ένταση και έμενα γιατί φοβόμουν το μετά. Τη μέρα που πέταξε τα πράγματά μας έξω, μου είχε ζητήσει άλλα 300 ευρώ. Δεν τα είχα. Του είπα όχι. Και έγινε αυτό.

Έφυγα την ίδια νύχτα και πήγαμε σε μια φίλη μου για λίγες μέρες. Μετά βρήκα ένα μικρό δυάρι, μακριά από τη δουλειά μου, παλιό, χωρίς ασανσέρ, αλλά ήσυχο. Ζορίζομαι πολύ. Πληρώνω τα πάντα μόνη, αφήνω το παιδί πιο πολλές ώρες στον παιδικό, τρέχω σαν τρελή, αλλά τουλάχιστον κοιμόμαστε χωρίς να ακούμε κλειδιά να χτυπάνε στην πόρτα και να σφίγγεται η κοιλιά μου.

Τώρα ο πατέρας μου στέλνει μηνύματα πότε κλαίγοντας, πότε βρίζοντας. Η αδερφή μου λέει να μην τον κόψω γιατί είναι πατέρας μας και δεν είναι καλά. Εγώ βλέπω μόνο ότι το παιδί μου ηρέμησε από τότε που φύγαμε. Θέλω να ξέρω αν έχω υποχρέωση να κρατήσω επαφή επειδή είναι οικογένεια ή αν σε τέτοιες περιπτώσεις η απόσταση είναι η μόνη σοβαρή λύση.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ

Το πιο σημαντικό σημείο στο γράμμα σου δεν είναι ότι σου πέταξε τα πράγματα έξω. Είναι ότι το παιδί σου ηρέμησε όταν φύγατε. Αυτό συνήθως λέει την αλήθεια πιο καθαρά από όλους τους μεγάλους μαζί.

Καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί έμεινες. Με 780 ευρώ, παιδί μικρό, χωρισμό στην πλάτη και ενοίκια που έχουν ξεφύγει, πολλές γυναίκες στην Ελλάδα δεν μένουν στο πατρικό από άνεση αλλά από ανάγκη. Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι γι’ αυτό. Εκεί που χρειάζεται καθαρό μυαλό είναι αλλού: άλλο φιλοξενία με δυσκολίες και άλλο σπίτι όπου ένας άνθρωπος που πίνει ζητάει χρήματα, σε απειλεί, σε εξευτελίζει μπροστά στο παιδί και χρησιμοποιεί τη στέγη σαν μέσο ελέγχου.

Ο πατέρας σου δεν σου είπε απλώς «δεν μπορώ άλλο». Σου έστελνε τον λογαριασμό της εξάρτησής του. Και κάθε φορά που εσύ πλήρωνες κάτι παραπάνω για να ησυχάσουν τα πράγματα, στην ουσία αγόραζες λίγες μέρες ηρεμίας μέσα σε ένα σπίτι που είχε ήδη πάψει να είναι ασφαλές. Αυτό δεν είναι οικογενειακή στήριξη. Είναι μια αρρωστημένη συναλλαγή που γίνεται ακόμα πιο βαριά όταν υπάρχει παιδί μέσα.

Η αδερφή σου λέει «είναι πατέρας μας». Μπορεί. Αλλά η συγγένεια δεν ακυρώνει τη ζημιά. Και επίσης παρατηρώ κάτι: σου ζητάνε να κρατήσεις εσύ την επαφή, εσύ να δείξεις κατανόηση, εσύ να σηκώσεις το ηθικό βάρος. Πολύ συνηθισμένο. Ο πιο βολικός άνθρωπος στην οικογένεια γίνεται και ο πιο «υποχρεωμένος».

Δεν σου λέω να κάνεις θεαματικές δηλώσεις ούτε να κλείσεις την πόρτα για πάντα αν δεν το θέλεις. Σου λέω όμως να ξεχωρίσεις την επαφή από την έκθεση. Μπορείς να έχεις, αν το αποφασίσεις, περιορισμένη και αυστηρά ελεγχόμενη επικοινωνία μόνο όταν είναι νηφάλιος και μόνο χωρίς το παιδί παρόν. Και με το πρώτο ξέσπασμα, τέλος η συζήτηση. Καμία κουβέντα για χρήματα. Καμία «έκτακτη βοήθεια». Καμία επιστροφή στο ίδιο σχήμα επειδή έκλαψε.

Αν με ρωτάς ευθέως, η πρώτη σου υποχρέωση δεν είναι να διατηρήσεις τον τίτλο «καλή κόρη». Είναι να προστατεύσεις το παιδί σου και να μη γυρίσεις εκεί όπου το φόβο τον λέγατε καθημερινότητα. Αυτό το βήμα το έκανες ήδη. Μην το ακυρώσεις από ενοχή.

ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΣΑΣ

Όταν ένας γονιός έχει περάσει τη γραμμή της κακοποίησης, η περιορισμένη επαφή είναι ώριμη στάση ή απλώς μια παράταση ενός κύκλου που πρέπει να κλείσει οριστικά;