«Δεν μπορώ άλλη εξωσωματική»: Η κουβέντα που άνοιξε ρήγμα στον γάμο και στις οικογένειές μας
«Δεν θα ξαναπάω στην κλινική», είπα στον άντρα μου μόλις μπήκε στο σπίτι.
Δεν είχα βγάλει καν το μπουφάν. Είχα κάτσει στην άκρη του καναπέ, με τον φάκελο από τον γυναικολόγο στα γόνατα και τα μάτια μου να καίνε από το κλάμα που κρατούσα όλη τη διαδρομή από το κέντρο μέχρι το Περιστέρι.
Εκείνος άφησε τα κλειδιά στο τραπεζάκι και με κοίταξε σαν να μην άκουσε καλά.
«Τι εννοείς δεν θα ξαναπάς;»
«Εννοώ ότι τελείωσε για μένα. Τέσσερις προσπάθειες, άπειρες εξετάσεις, ενέσεις, άδειες από τη δουλειά με δικαιολογίες… Δεν μπορώ άλλο.»
«Μα ο γιατρός είπε ότι υπάρχει ακόμη πιθανότητα.»
«Είπε ότι υπάρχει πιθανότητα με άλλη διέγερση, άλλο πρωτόκολλο και περισσότερα λεφτά. Δεν είπε ότι θα γίνει παιδί.»
Είμαστε μαζί δώδεκα χρόνια, παντρεμένοι τα επτά. Στην αρχή λέγαμε χαλαρά “θα έρθει όταν θέλει”. Μετά άρχισαν οι ερωτήσεις στα τραπέζια. “Εσείς πότε θα κάνετε ένα παιδάκι;” “Μη το αφήνετε, περνάει ο καιρός.” Στα 36 μου αυτές οι κουβέντες έγιναν εξετάσεις, χαρτιά για τον ΕΟΠΥΥ, ραντεβού, φάρμακα στο ψυγείο και λογαριασμοί.
Ο άντρας μου δεν ήταν αδιάφορος. Με πήγαινε στις ωοληψίες, καθόταν απέξω, μαγείρευε όταν ήμουν χάλια από τις ορμόνες. Αλλά κάθε φορά που αποτύγχανε μια προσπάθεια, μετά από δυο μέρες άρχιζε πάλι: «Να δούμε τι είπε ο γιατρός για το επόμενο βήμα». Σαν να μη χωρούσε η στεναχώρια μου, αν δεν γινόταν αμέσως σχέδιο.
Του είπα πως ο γιατρός πρότεινε να συζητήσουμε και το θέμα δανεικού ωαρίου. Δεν το είχα πει σε κανέναν άλλο. Ούτε στη μητέρα μου.
«Και;» με ρώτησε. «Δεν είναι επιλογή;»
«Είναι. Αλλά δεν ξέρω αν το θέλω. Δεν ξέρω καν αν θέλω να περνάω άλλη μια χρονιά έτσι.»
Τότε νευρίασε.
«Άρα απλώς τα παρατάς; Και εγώ τι είμαι; Δεν με σκέφτεσαι καθόλου;»
Αυτό ήταν που με διέλυσε περισσότερο. Γιατί για μήνες σκεφτόμουν μόνο εκείνον. Έβλεπα πώς χαμήλωνε το κεφάλι όταν ο αδερφός του ανέβαζε φωτογραφίες με τα παιδιά του. Άκουγα τη μητέρα του να λέει δήθεν αθώα: «Εγώ εγγονάκι θέλω πριν γεράσω». Και ένιωθα ότι εγώ φτέω που δεν γίνεται.
Του είπα όμως ότι δεν γίνεται να συνεχίζω επειδή φοβάμαι μην απογοητεύσω τους άλλους.
Και τότε μου είπε κάτι που δεν περίμενα.
«Η μητέρα μου έχει ήδη δώσει προκαταβολή στην κλινική για την επόμενη προσπάθεια.»
Νόμιζα ότι αστειευόταν. Δεν αστειευόταν. Είχε μιλήσει μαζί του πριν από έναν μήνα. Είχε βάλει 2.000 ευρώ, χρήματα που είχε κρατήσει από τη σύνταξή της και, όπως είπε εκείνος, “ήθελε να βοηθήσει”.
«Και εσύ το ήξερες;»
«Ναι, αλλά δεν ήθελα να σε πιέσω.»
Γέλασα, ενώ έκλαιγα. «Δεν ήθελες να με πιέσεις, αλλά κανονίσατε το σώμα μου χωρίς να με ρωτήσετε;»
Εκείνος είπε πως το έκανε από αγωνία. Ότι δεν ήθελε να με χάσει μέσα στη στεναχώρια μου. Ότι φοβάται πως σε λίγα χρόνια θα το μετανιώσουμε και οι δυο. Και τον πιστεύω ότι φοβάται. Δεν είναι τέρας. Απλώς, εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πως δεν με έβλεπε σαν γυναίκα του. Με έβλεπε σαν την τελευταία ευκαιρία για το παιδί που είχε φανταστεί.
Την επόμενη μέρα πήγα στη μητέρα μου στο Αιγάλεω. Έκανα το λάθος να της τα πω όλα. Περίμενα να μου πει “ό,τι αντέχεις”. Αντί γι’ αυτό, μου είπε: «Μην το κάνεις θέμα. Η πεθερά σου έδωσε λεφτά επειδή σας αγαπάει. Δεν θα βρεις εύκολα άντρα που επιμένει να κάνει οικογένεια μαζί σου.»
Της απάντησα απότομα. Της είπα ότι δεν είμαι μηχανή και ότι δεν με νοιάζει τι “θα βρω”. Εκείνη προσβλήθηκε και μου θύμισε πόσο με έχει βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα και με τα χρήματα για τα φάρμακα.
Και είχε δίκιο σε κάτι που δεν είχα παραδεχτεί ούτε στον άντρα μου: από τον περασμένο χειμώνα είχα πάρει μόνη μου ένα μικρό καταναλωτικό δάνειο για να καλύψω δύο δόσεις της κλινικής. Του είχα πει ότι τα έβγαλα με υπερωρίες στο σούπερ μάρκετ. Δεν ήταν μόνο δική του η κρυψίνοια. Εγώ κουράστικα να νιώθω αποτυχημένη και άρχισα να κρύβω λογαριασμούς, ραντεβού και φόβους.
Το βράδυ του το είπα. Θύμωσε πολύ, όχι μόνο για τα χρήματα, αλλά γιατί κατάλαβε πόσο μακριά είχαμε πάει χωρίς να μιλάμε κανονικά. Καθίσαμε στην κουζίνα μέχρι τις δύο. Δεν λύσαμε τίποτα.
Του είπα ότι θέλω τουλάχιστον έναν χρόνο χωρίς κλινικές, χωρίς ημερολόγια ωορρηξίας, χωρίς συγγενείς να ρωτάνε. Εκείνος είπε πως φοβάται ότι ο ένας χρόνος θα γίνει μόνιμη απόσταση. Του είπα ότι φοβάμαι πως, αν συνεχίσω τώρα, θα αρχίσω να τον μισώ και δεν θέλω.
Πριν κοιμηθούμε, μου έπιασε το χέρι και είπε: «Δεν ξέρω πώς να το κάνω σωστά. Αλλά δεν θέλω να αποφασίζουμε άλλοι για μας.»
Δεν ξέρω αν το εννοεί ακόμα, ούτε αν εγώ μπορώ να τον εμπιστευτώ όπως πριν. Θα γυρίσει τα χρήματα στη μητέρα του και θα της μιλήσουμε μαζί, αυτό συμφωνίσαμε. Αλλά μέσα μου δεν έχει ηρεμήσει τίποτα.
Μήπως το να κυνηγάς ένα παιδί, έναν γάμο ή μια “σωστή” οικογένεια δικαιολογεί να πληγώνεις τον άνθρωπό σου, έστω κι αν λες ότι το κάνεις από αγάπη; Εσείς τι πιστεύετε;