«Υπογράψαμε ενώ ο κόσμος μας είχε σταματήσει»: Η πιο δύσκολη απόφαση που πήραμε ποτέ για την κόρη μας

Την τσάντα της Ελένης την έχω ακόμη δίπλα στην είσοδο, κάτω από το έπιπλο με τα παπούτσια. Είναι η μικρή ροζ τσάντα του παιδικού, με ένα μισό πακέτο χαρτομάντιλα και ένα πλαστικό βραχιολάκι από κάποια γιορτή. Η γυναίκα μου, η Μαρία, ήθελε να την πλύνει στην αρχή. Μετά είπε όχι, άσ’ την. Κι έτσι έμεινε εκεί.

Η Ελένη ήταν έξι χρονών. Τον Σεπτέμβρη θα πήγαινε πρώτη δημοτικού. Είχαμε ήδη πάρει κασετίνα, όχι επειδή χρειαζόταν τόσο νωρίς, αλλά επειδή είχε κολλήσει με μία μοβ που είχε γατάκια. Μου είχε πει ότι στην πρώτη δημοτικού θα μάθει να γράφει «κανονικά γράμματα» και θα μου αφήνει σημειώματα στο ψυγείο.

Τη μέρα που αρρώστησε ήταν Κυριακή. Έβρεχε από το πρωί, εκείνη ζωγράφιζε στο τραπέζι της κουζίνας κι εγώ προσπαθούσα να φτιάξω τον καφέ μου χωρίς να πατάω στα τουβλάκια της. Παραπονέθηκε για πονοκέφαλο. Δεν ήταν παιδί που παραπονιόταν εύκολα, αλλά δεν πανικοβληθήκαμε. Της δώσαμε λίγο νερό, την ξαπλώσαμε στον καναπέ.

Μέσα σε λίγα λεπτά έκανε εμετό. Μετά νύσταζε πολύ. Η Μαρία είπε να πάμε κατευθείαν στο νοσοκομείο, κι εγώ, ντρέπομαι που το λέω, σκέφτηκα μήπως υπερβάλλουμε. Δεν το είπα. Την πήρα αγκαλιά, φορέσαμε όπως όπως μπουφάν και κατεβήκαμε.

Στο Παίδων όλα έγιναν γρήγορα και ταυτόχρονα αργά. Άνθρωποι με μπλε στολές, φορείο, ερωτήσεις που δεν καταλάβαινα γιατί τις έκαναν. «Χτύπησε κάπου;», «έχει κάποιο ιστορικό;», «πότε άρχισε ο πονοκέφαλος;».

Η Ελένη δεν είχε χτυπήσει. Δεν είχε ιστορικό. Το πρωί είχε φάει μισό τοστ και μας είχε μαλώσει επειδή δεν βρίσκαμε το κόκκινο μαρκαδοράκι της.

Κάποια στιγμή ένας γιατρός μάς είπε ότι είχε γίνει σοβαρή εγκεφαλική αιμορραγία. Χρησιμοποίησε κι άλλες λέξεις, ιατρικές, που τώρα δεν μπορώ να τις βάλω στη σωστή σειρά. Θυμάμαι μόνο τη Μαρία να κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα και να κρατάει το μανίκι μου τόσο σφιχτά, που μετά είχα σημάδια στο χέρι.

Τις επόμενες ώρες δεν ήμασταν πραγματικά άνθρωποι. Απαντούσαμε σε τηλέφωνα χωρίς να ξέρουμε τι λέμε. Η αδερφή μου ήρθε από το Περιστέρι. Οι γονείς της Μαρίας κατέβηκαν από τη Λαμία με ό,τι βρήκαν. Κάποιος έφερε καφέδες που κρύωσαν. Κάποιος άλλος μας είπε «κάντε κουράγιο», και δεν τον παρεξηγώ, τι να έλεγε; Αλλά τότε μου φάνηκε σαν να μας μιλούσε σε λάθος γλώσσα.

Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν. Δεν έχω κανένα παράπονο από κανέναν τους. Μας μιλούσαν ήρεμα, ξανά και ξανά, γιατί προφανώς βλέπανε από τα πρόσωπά μας ότι δεν μπαίνει τίποτα στο κεφάλι μας. Όταν μας εξήγησαν πως η κατάσταση δεν μπορούσε να αλλάξει, άκουγα τη φωνή τους, αλλά ήταν σαν να ερχόταν από μακριά, από διάδρομο.

Η κουβέντα για τη δωρεά οργάνων έγινε αργότερα. Δεν μπήκε κανείς πιεστικά. Μας είπαν ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ότι θα μπορούσαν να βοηθηθούν άλλα παιδιά. Μας άφησαν χρόνο. Δεν ήταν πολύς χρόνος, αλλά ήταν όσο μπορούσε να υπάρξει σε εκείνη τη συνθήκη.

Εγώ στην αρχή είπα «δεν ξέρω». Όχι επειδή δεν ήθελα. Επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένας πατέρας υπογράφει οτιδήποτε για το παιδί του εκείνη την ώρα. Η Μαρία δεν μιλούσε. Κοίταζε το πάτωμα.

Μετά μου είπε σιγά: «Αν μπορούσε να κάνει κάτι η Ελένη για ένα άλλο παιδάκι, θα το έκανε». Ήταν παιδί που μοίραζε τα πάντα. Ακόμη και το τελευταίο μπισκότο, ενώ μετά γκρίνιαζε που έμεινε χωρίς.

Υπογράψαμε μαζί. Δεν θέλω να το παρουσιάσω σαν κάτι ηρωικό. Δεν νιώσαμε έτσι. Νιώθαμε διαλυμένοι. Φοβισμένοι. Σχεδόν ένοχοι που συζητούσαμε μια τόσο πρακτική διαδικασία ενώ η κόρη μας ήταν εκεί. Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, υπήρχε μια μικρή σκέψη που μας κρατούσε: ότι κάτι από εκείνη μπορεί να συνέχιζε να δίνει ζωή.

Αργότερα ενημερωθήκαμε, με τον τρόπο που επιτρέπεται, ότι η απόφασή μας βοήθησε παιδιά. Δεν ξέρουμε ονόματα, ούτε θέλουμε να ξέρουμε. Δεν είναι ότι η γνώση θα μας έκανε καλύτερα. Απλώς κάθε φορά που σκέφτομαι πως κάπου ένα παιδί γύρισε σπίτι του, νιώθω για λίγα δευτερόλεπτα κάτι σαν ανακούφιση. Και αμέσως μετά πονάω, επειδή η Ελένη δεν γύρισε στο δικό μας.

Αυτό είναι το δύσκολο που δεν καταλαβαίνεις πριν το ζήσεις. Μπορεί να είσαι περήφανος για μια απόφαση και να τη μισείς την ίδια στιγμή, επειδή δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει χρειαστεί να την πάρεις.

Γυρίσαμε σπίτι μετά από μέρες και η Αθήνα συνέχιζε κανονικά. Κόρνες στη Μεσογείων, μηχανάκια, κόσμος στα περίπτερα, σακούλες από το σούπερ μάρκετ. Εγώ εκνευρίστηκα με έναν άνθρωπο που είχε παρκάρει διπλοπαρκαρισμένος και μετά ντράπηκα. Πώς μπορούσε να με νοιάζει αυτό;

Η Μαρία για εβδομάδες δεν άνοιγε τις κουρτίνες στο δωμάτιο της Ελένης. Εγώ τις άνοιγα όταν έλειπε, λίγο, για να μπει αέρας. Μετά τις έκλεινα πάλι. Δεν ξέρω ποιο από τα δύο ήταν σωστό.

Έχουμε αρχίσει να πηγαίνουμε σε μια ομάδα γονέων που έχουν χάσει παιδιά. Την πρώτη φορά κάθισα σχεδόν όλη την ώρα χωρίς να μιλήσω. Ακούς ιστορίες και καταλαβαίνεις ότι ο πόνος δεν είναι ίδιος, αλλά αναγνωρίζεις πράγματα που έξω δεν μπορείς να τα πεις. Όπως ότι μερικές φορές γελάς με κάτι χαζό στην τηλεόραση και μετά αισθάνεσαι προδότης. Ή ότι φοβάσαι να συνηθίσεις τη σιωπή του σπιτιού.

Η Μαρία επέστρεψε στη δουλειά της δύο μέρες την εβδομάδα. Εγώ ακόμη όχι κανονικά. Δουλεύω σε συνεργείο αυτοκινήτων με τον ξάδερφό μου, και δεν μπορώ να σταθώ πάνω από ένα αμάξι και να ακούω κάποιον να μου εξηγεί για τακάκια χωρίς να φεύγει το μυαλό μου αλλού. Εκείνος δεν με πιέζει. Μου λέει «έλα όταν μπορείς». Μερικές φορές αυτό με βοηθάει, μερικές με κάνει να νιώθω άχρηστος.

Προχθές βρήκα κάτω από τον καναπέ ένα λαστιχάκι με μικρά κερασάκια. Το έβαλα στην παλάμη μου και κάθισα εκεί πολλή ώρα. Η Μαρία πέρασε, το είδε, δεν είπε τίποτα. Κάθισε δίπλα μου.

Το βράδυ παραγγείλαμε σουβλάκια, γιατί κανείς από τους δυο δεν είχε κουράγιο να μαγειρέψει. Φάγαμε σχεδόν σιωπηλοί. Πριν κοιμηθούμε, η Μαρία μου είπε ότι την επόμενη εβδομάδα θέλει ίσως να μαζέψουμε κάποια από τα παιχνίδια, όχι όλα.

Της είπα εντάξει. Δεν ξέρω αν θα το καταφέρουμε όταν έρθει η ώρα. Αλλά της είπα εντάξει.