«Δεν σου ζήτησα να γίνεις η δεύτερη μάνα μου», μου είπε η αδελφή μου όταν της είπα ότι δεν αντέχω άλλο

«Αν είναι να μου το χτυπάς κάθε μέρα, καλύτερα να φύγω», μου είπε η αδελφή μου στην κουζίνα, ενώ τα παιδιά της έβλεπαν παιδικά στο σαλόνι.

Δεν της το χτυπούσα κάθε μέρα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Της είχα πει μόνο ότι δεν μπορώ άλλο να παίρνω εγώ άδεια από τη δουλειά κάθε φορά που αρρωσταίνει το μικρό της, ούτε να κρατάω τα παιδιά μέχρι τις δέκα το βράδυ σχεδόν καθημερινά.

Χώρισε πριν από οκτώ μήνες. Ο πρώην της έφυγε από το σπίτι και για ένα διάστημα δεν έδινε ούτε τα συμφωνημένα για τα παιδιά. Εκείνη δούλευε σε κατάστημα στον Πειραιά με σπαστό ωράριο και δεν έβγαινε. Εγώ μένω Νίκαια, είμαι παντρεμένη, έχω έναν γιο στο γυμνάσιο και δουλεύω σε λογιστικό γραφείο.

Τον πρώτο μήνα ήταν αυτονόητο. Της είπα: «Φέρ’ τα σε μένα, μη σκέφτεσαι τίποτα. Θα το βρούμε». Η μητέρα μας έχει θέματα με τα γόνατα και ο πατέρας μας κάνει ακόμα μεροκάματα, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν πολύ. Ο άντρας μου στην αρχή δεν είπε όχι. Μου έλεγε μόνο: «Να βοηθήσουμε, αλλά να μη γίνει μόνιμο χωρίς να το συζητήσουμε».

Εγώ του έλεγα πως υπερβάλλει. «Αδελφή μου είναι, όχι ξένος άνθρωπος». Και κάπου εκεί έκανα το πρώτο μου λάθος: δεν της είπα ποτέ καθαρά τι μπορώ και τι δεν μπορώ. Έλεγα “ναι” και μετά γκρίνιαζα μέσα μου.

Σιγά σιγά, τα παιδιά κοιμόντουσαν σπίτι μας δύο και τρεις φορές την εβδομάδα. Εγώ τα πήγαινα σχολείο, μετά έτρεχα στο γραφείο. Έφτιαχνα δεύτερο φαγητό γιατί το ένα δεν τρώει όσπρια. Ο γιος μου άρχισε να λέει ότι δεν έχει ησυχία να διαβάσει. Ο άντρας μου έτρωγε πολλές φορές μόνος του, γιατί εγώ περίμενα να γυρίσει η αδελφή μου για να της εξηγήσω τι έγινε με τα παιδιά.

Το χειρότερο ήταν πως ένιωθα άσχημα ακόμα και να το σκεφτώ. Εκείνη είχε χωρίσει, είχε άγχος, είχε λογαριασμούς. Εγώ, έλεγα, τι δικαίωμα έχω να παραπονιέμαι;

Μια Παρασκευή μου έστειλε μήνυμα στις έξι και μισή: «Κράτα τα παιδιά και αύριο, μου έβαλε βάρδια η υπεύθυνη». Είχαμε κανονίσει να πάμε στο πατρικό του άντρα μου για τα γενέθλια της πεθεράς μου. Δεν είχαμε πάει ούτε τα Χριστούγεννα, επειδή πάλι είχα τα παιδιά.

Της απάντησα: «Αύριο δεν μπορώ. Έχουμε κανονίσει οικογενειακά».

Μου έγραψε μόνο: «Οκ». Αλλά το “οκ” ήταν από εκείνα που καταλαβαίνεις ότι δεν είναι οκ.

Την επόμενη μέρα πήγα από το σπίτι της να της αφήσω κάτι ρούχα των παιδιών. Τη βρήκα να κλαίει. Μου είπε ότι τελικά θα έχανε τη βάρδια και ότι δεν είχε λεφτά για μπέιμπι σίτερ.

«Δηλαδή να ακυρώσω τη ζωή μου κάθε φορά;» της είπα πιο απότομα απ’ όσο ήθελα.

Και τότε μου πέταξε το άλλο, που δεν το ήξερα. «Νομίζεις ότι θέλω να στα φέρνω; Ο πρώην μου χρωστάει ήδη τρεις μήνες διατροφή. Έκανα αίτηση για δωρεάν θέση στο ΚΔΑΠ του δήμου, αλλά μου είπαν ότι θα απαντήσουν αργότερα. Κι εγώ ντρέπομαι να ζητάω από τη μαμά, γιατί μετά θα μου λέει πως έφταιξα που χώρισα».

Εκεί κάπως μαλάκωσα, αλλά δεν έφυγε ο θυμός μου. Της είπα: «Δεν είμαι θυμωμένη επειδή χρειάζεσαι βοήθεια. Είμαι θυμωμένη γιατί δεν με ρωτάς πια. Μου το ανακοινώνεις. Και εγώ φταίω, γιατί έκανα πως δεν πειράζει μέχρι να σκάσω».

Μου είπε: «Εσύ πάντα τα καταφέρνεις. Έχεις τον άντρα σου, έχεις πρόγραμμα, έχεις σπίτι. Εγώ είμαι μόνη μου». Αυτό με πείραξε πολύ, γιατί δεν ήταν αλήθεια ότι τα κατάφερνα άνετα. Απλώς δεν της έλεγα ότι είχα πάρει προκαταβολή από τη δουλειά για να καλύψουμε τη δόση του στεγαστικού και κάτι εξετάσεις του γιου μας. Δεν ήθελα να της φορτώσω κι άλλο βάρος.

Της το είπα τότε. Μου απάντησε χαμηλά: «Δεν ήξερα τίποτα από αυτά». Και ήταν αλήθεια. Την είχα συνηθίσει να με βλέπει σαν τη μεγάλη αδελφή που βρίσκει πάντα λύσεις.

Δεν λύθηκε μαγικά. Ο πατέρας τους άρχισε μετά από πίεση να βάζει ένα μέρος της διατροφής, εκείνη βρήκε προσωρινά μια γειτόνισσα για δύο απογεύματα, κι εμείς βάλαμε συγκεκριμένες μέρες που μπορώ να κρατάω τα παιδιά. Όχι “όποτε χρειαστεί”. Συγκεκριμένες μέρες. Πάλι καμιά φορά ξεφεύγει, πάλι καμιά φορά νιώθω τύψεις όταν λέω όχι.

Την αγαπάω και θέλω να τη στηρίζω. Αλλά κατάλαβα, έστω αργα, ότι αν βοηθάω με θυμό και εξάντληση, στο τέλος θα χαλάσω και τη σχέση μας και το δικό μου σπίτι. Εσείς πού πιστεύετε ότι σταματά η στήριξη προς έναν δικό μας άνθρωπο και πού αρχίζει η θυσία του εαυτού μας;