«Δεν μου έλειπε τίποτα», έλεγε εκείνος — μέχρι που η Μαρία κατάλαβε γιατί δεν είχε ούτε ένα ευρώ δικό της

Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έμεινα μόνη μου στο νέο σπίτι ήταν να πάω στο σούπερ μάρκετ χωρίς λίστα.

Πήρα ψωμί, καφέ, χαρτί κουζίνας, μακαρόνια, ένα μικρό σακουλάκι πορτοκάλια και εκείνο το ακριβό σαμπουάν που πάντα κοιτούσα στο ράφι και τελικά άφηνα πίσω. Στο ταμείο έβγαλα την κάρτα μου και την κράτησα για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν.

Η ταμίας μου είπε «θέλετε σακούλα;» και εγώ σχεδόν συγκινήθηκα. Όχι για τη σακούλα. Γιατί κανείς δεν θα με ρωτούσε το βράδυ γιατί πήρα πορτοκάλια αντί για μήλα ή γιατί έδωσα οκτώ ευρώ για σαμπουάν.

Είμαι 38 χρονών, δουλεύω σε φαρμακαποθήκη στον Ασπρόπυργο και μέχρι πριν από τέσσερις μήνες ήμουν παντρεμένη έντεκα χρόνια με τον Πέτρο. Δεν λέω ότι όλα ήταν ψέμα. Αυτό είναι που δυσκολεύομαι ακόμα να εξηγήσω. Ο Πέτρος δεν ήταν ο άνθρωπος που φώναζε κάθε μέρα ή με έβριζε μπροστά σε κόσμο. Στους άλλους φαινόταν ήρεμος, εργατικός, λίγο κλειστός. Είχε συνεργείο με τον αδερφό του, πλήρωνε στην ώρα τους τους λογαριασμούς, πήγαινε τη μητέρα μου στον γιατρό όταν εγώ δεν μπορούσα.

Και ήταν πάντα πολύ καλός στο να λέει πως τα έκανε όλα για εμάς.

Από τον πρώτο κιόλας χρόνο του γάμου μας, ο μισθός μου έμπαινε σε κοινό λογαριασμό. Τότε δεν μου είχε φανεί περίεργο. Είχαμε πάρει δάνειο για το διαμέρισμα, είχαμε έξοδα, εγώ δεν ήμουν καλή στα οικονομικά, όπως έλεγα και η ίδια. Ο Πέτρος ήξερε από δόσεις, εφορίες, ασφάλειες, όλα αυτά που εγώ βαριόμουν και φοβόμουν.

«Άσ’ τα πάνω μου, να μην αγχώνεσαι», μου έλεγε.

Στην αρχή μου άφηνε και μετρητά. Μετά άρχισε να μου δίνει όσα θεωρούσε ότι χρειαζόμουν. Αν ήθελα κάτι παραπάνω, του έστελνα μήνυμα ή τον έπαιρνα τηλέφωνο. «Τι το θέλεις;», ρωτούσε. Όχι πάντα άσχημα. Μερικές φορές το έλεγε χαμογελώντας, σαν να πείραζε ένα παιδί.

Για να είμαι δίκαιη, ούτε εγώ αντιδρούσα. Μου άρεσε που δεν ασχολούμουν με λογαριασμούς. Είχα μεγαλώσει σε σπίτι όπου ο πατέρας μου έδινε στη μάνα μου λεφτά κάθε Παρασκευή και εκείνη τα έκανε κουμάντο μέχρι την επόμενη. Δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, αλλά κάπως έτσι είχα μάθει: τα χρήματα ήταν μόνιμη πηγή άγχους και κάποιος άλλος ήξερε καλύτερα.

Το πράγμα άλλαξε τόσο αργά, που δεν μπορώ να πω πότε ακριβώς το κατάλαβα.

Μια φορά χρειάστηκα 45 ευρώ για να πάω σε μια συνάδελφο που είχε γενέθλια και να πάρω ένα δώρο. Μου είπε ότι δεν είναι εποχές για τέτοια και ότι «αν αρχίσουμε όλοι τις εξόδους, πάει ο προϋπολογισμός». Δεν πήγα.

Άλλη φορά έσπασε το κινητό μου. Μου πήρε ένα μεταχειρισμένο που βρήκε ο ίδιος, ενώ εγώ είχα κρατήσει στην άκρη φωτογραφίες και σημειώσεις για ένα άλλο. «Αυτό δουλεύει μια χαρά. Θες και iPhone τώρα;» είπε. Δεν είχα ζητήσει iPhone.

Το πιο άσχημο ήταν ότι άρχισα να ντρέπομαι να θέλω οτιδήποτε. Ακόμα και να πάρω καφέ στο χέρι πριν τη δουλειά. Σκεφτόμουν αμέσως πόσα θα πει όταν δει την κίνηση στον λογαριασμό. Γιατί, ναι, είχε την εφαρμογή στο κινητό του. Εγώ δεν είχα καν τους κωδικούς. Όποτε τους ζητούσα, μου έλεγε πως θα τους βγάλουμε «κάποια στιγμή», αλλά μετά γινόταν κάτι άλλο.

Η στιγμή που με ταρακούνησε δεν ήταν καν μεγάλη. Η μητέρα μου χρειάστηκε να κάνει εξετάσεις σε ιδιωτικό διαγνωστικό, γιατί δεν βρίσκαμε σύντομα ραντεβού. Ο αδερφός μου ήταν άνεργος τότε και η μάνα μου είχε μόνο μια μικρή σύνταξη χηρείας. Του είπα πως ήθελα να δώσω 120 ευρώ.

Ο Πέτρος άφησε το πιρούνι του κάτω.

«Θα τα δώσουμε, αλλά πρώτα να δούμε τι ακριβώς είναι. Δεν μπορούμε να πετάμε λεφτά επειδή ο καθένας δεν οργανώνεται.»

Του είπα ότι ήταν η μητέρα μου. Μου απάντησε: «Και τα λεφτά μας είναι δικά μου και δικά σου, άρα θα αποφασίσουμε μαζί.»

Μόνο που δεν αποφασίζαμε μαζί ποτέ. Εκείνο το βράδυ πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου τη Δανάη και της τα είπα όπως τα έβλεπα εγώ: ότι ο Πέτρος ήταν υπερβολικός, αλλά είχε άγχος με τα χρήματα. Εκείνη δεν με διέκοψε. Στο τέλος μόνο με ρώτησε αν μπορούσα, χωρίς να τον ρωτήσω, να βγάλω 120 ευρώ από τον μισθό που κέρδιζα εγώ.

Δεν απάντησα αμέσως.

Η Δανάη δεν μου είπε «χώρισέ τον». Μου είπε να πάω πρώτα στην τράπεζα, να ανοίξω έναν δικό μου λογαριασμό και να μάθω ακριβώς τι γίνεται με τα οικονομικά μου. Ντράπηκα μέχρι και στην υπάλληλο. Ένιωθα σαν να έκανα κάτι ύποπτο. Άνοιξα λογαριασμό, έβαλα την εφαρμογή στο κινητό μου και ζήτησα να αλλάξει ο τρόπος που κατατίθεται ο μισθός μου.

Δεν το είπα στον Πέτρο εκείνη τη μέρα.

Για περίπου δύο μήνες έβαζα στην άκρη λίγα χρήματα. Όχι κάποιο μεγάλο ποσό. Είκοσι ευρώ, πενήντα, ό,τι περίσσευε. Η Δανάη μου βρήκε και μια κοινωνική λειτουργό από έναν ξενώνα υποστήριξης γυναικών, απλώς για να μιλήσω. Εκεί άκουσα πρώτη φορά καθαρά τον όρο «οικονομική κακοποίηση». Μου φάνηκε βαρύς. Σχεδόν αντέδρασα. Είπα πως ο Πέτρος δεν με χτυπούσε, δεν με άφηνε νηστική, δεν μου απαγόρευε να δουλεύω.

Η γυναίκα με κοίταξε ήσυχα και είπε: «Δεν χρειάζεται να πείσετε κανέναν ότι ήταν αρκετά άσχημο. Σημασία έχει αν είχατε ελευθερία.»

Όταν ο Πέτρος είδε ότι ο μισθός μου δεν είχε μπει στον κοινό λογαριασμό, έγινε η πρώτη πραγματικά άσχημη κουβέντα μας. Δεν φώναξε στην αρχή. Ήταν σχεδόν πληγωμένος.

«Δηλαδή με θεωρείς κλέφτη;» μου είπε.

Και μετά: «Ποιος σου έβαλε αυτές τις ιδέες; Η Δανάη; Αυτή που αλλάζει δουλειές και άντρες σαν τα πουκάμισα;»

Τότε θύμωσα. Του είπα πράγματα που κουβαλούσα χρόνια, αλλά τα είπα άτσαλα, όλα μαζί. Εκείνος είπε ότι τον εκμεταλλεύτηκα, ότι εκείνος πλήρωνε το σπίτι και εγώ τώρα ήθελα να κάνω την ανεξάρτητη. Σε ένα σημείο, και αυτό με πονάει να το παραδεχτώ, του είπα πως δεν με αγάπησε ποτέ. Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια. Ξέρω ότι ήθελε να με κρατάει ασφαλή με τον δικό του τρόπο. Απλώς ο δικός του τρόπος δεν άφηνε χώρο να υπάρχω μόνη μου.

Έφυγα λίγες μέρες μετά. Πήγα αρχικά στη Δανάη, μετά βρήκα ένα μικρό δυάρι στον Κορυδαλλό. Το σπίτι είναι παλιό, έχει υγρασία στο πίσω δωμάτιο και το πλυντήριο κάνει έναν τρομακτικό θόρυβο στο στύψιμο. Τα ενοίκια είναι ό,τι να ’ναι και κάθε μήνα μετράω τα πάντα. Δεν νιώθω ξαφνικά δυνατή και λυμένη. Μερικά βράδια φοβάμαι ότι έκανα λάθος. Μου λείπει ακόμα η ιδέα του σπιτιού που νόμιζα πως είχαμε.

Ο Πέτρος μου στέλνει καμιά φορά μήνυμα για πρακτικά θέματα. Μία μέρα έγραψε απλώς: «Πλήρωσα τα κοινόχρηστα, μη το ξεχάσεις όταν γίνει η εκκαθάριση.» Το διάβασα και για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα πάλι εκείνη την παλιά πίεση στο στομάχι.

Μετά άνοιξα το δικό μου e-banking, πλήρωσα ένα λογαριασμό και έβαλα υπενθύμιση για το ενοίκιο. Δεν ήταν θρίαμβος. Ήταν απλώς Τρίτη βράδυ. Αλλά ήταν η πρώτη Τρίτη εδώ και πολλά χρόνια που ήξερα ακριβώς τι χρήματα έχω και δεν χρειαζόταν να ζητήσω άδεια για να τα χρησιμοποιήσω.