«Μην ξαναπιάσεις το κινητό του παιδιού μας» μου είπε ο άντρας μου — κι εγώ κατάλαβα ότι πενθούσαμε με τελείως διαφορετικό τρόπο
«Μην ξαναπιάσεις το κινητό του παιδιού μας», μου είπε ο άντρας μου, τόσο απότομα που πάγωσα.
Το είχα βρει στο συρτάρι του γραφείου, ξεκλειδώμενο, ενώ έψαχνα τον λογαριασμό της ΔΕΗ. Δεν ήθελα να ψάξω μηνύματα, έτσι λέω τουλάχιστον στον εαυτό μου. Αλλά είδα την οθόνη να ανάβει και είδα πως υπήρχαν καινούρια μηνύματα στη συνομιλία με τον γιο μας.
Ο γιος μας έφυγε πριν από έντεκα μήνες, μετά από δύο χρόνια ταλαιπωρία με την αρρώστια. Από το Παίδων «Αγία Σοφία» στα σπίτια μας, στις εξετάσεις, στις αναμονές. Ήταν 22 χρονών. Δεν μπορώ ακόμα να πω πολλά γι’ αυτό χωρίς να μου κόβεται η ανάσα.
Στη συνομιλία έγραφε ο άντρας μου: «Σήμερα πέρασα από το μαγαζί που σου άρεσε στην Κυψέλη. Δεν είχαν εκείνα τα κουλούρια με το τυρί». Και πιο κάτω: «Ο μπαμπάς σου πήγε πάλι να φτιάξει τη βρύση και τα έκανε μούσκεμα».
Δεν υπήρχε απάντηση, φυσικά. Μόνο τα δικά του μηνύματα, κάθε δυο-τρεις μέρες.
Του είπα, σχεδόν φωνάζοντας: «Γιατί το κρατάς κρυφό; Γιατί πληρώνεις ακόμα τη σύνδεση στην Cosmote; Δεκατρία ευρώ είναι, δεν είναι τα λεφτά. Είναι ότι εγώ δεν ξέρω πού βρίσκεσαι όταν λες πως πας για περπάτημα».
Με κοίταξε κουρασμένος. «Δεν σου είπα ψέματα. Περπάτημα πάω. Περνάω κι από το κοιμητήριο.»
«Και δεν μπορούσες να μου το πεις; Εγώ τι είμαι;»
Εκεί νευρίασε κι εκείνος. «Εσύ μάζεψες τα ρούχα του μετά από τρεις εβδομάδες. Έδωσες τα βιβλία του στη βιβλιοθήκη του δήμου. Είπες ότι δεν αντέχεις να βλέπεις τίποτα. Πού να σου πω ότι εγώ ακόμα του γράφω;»
Πόνεσα γιατί ήταν αλήθεια, αλλά όχι όλη. Τα ρούχα τα μάζεψα επειδή δεν μπορούσα να μπω στο δωμάτιο. Τα βιβλία τα έδωσα επειδή η αδερφή μου επέμενε ότι «θα σαπίσουν εκεί μέσα» κι εγώ ήθελα απλώς να σταματήσουν όλοι να με ρωτάνε τι θα κάνουμε.
Του είπα: «Δεν τα έδιωξα επειδή τον ξέχασα.»
«Το ξέρω», είπε πιο σιγά. «Αλλά κάθε φορά που πήγαινα να μιλήσω, έκλεινες την τηλεόραση, έλεγες “όχι τώρα” και έμπαινες για μπάνιο. Κι εγώ σταμάτησα να προσπαθώ.»
Δεν είχα απάντηση. Είχα κάνει ακριβώς αυτό. Νόμιζα ότι αν κρατούσα πρόγραμμα, αν πήγαινα κανονικά στη δουλειά στο λογιστικό γραφείο στο Παγκράτι, αν πλήρωνα τους λογαριασμούς στην ώρα τους, θα κρατιόμουν όρθια. Και μάλλον ήθελα να κρατηθεί κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο.
Την επόμενη μέρα μου έδειξε μόνος του το κινητό. Είχε αποθηκέυσει παλιά ηχητικά του γιου μας. Ένα που γελούσε επειδή ο πατέρας του είχε κάψει τα μακαρόνια. Ένα άλλο που μου έλεγε να μην ξεχάσω να ποτίσω τη γλάστρα στο μπαλκόνι.
«Δεν περιμένω να απαντήσει», μου είπε. «Απλώς, κάποιες μέρες θέλω να του πω κάτι χωρίς να σε φορτώσω κι εσένα. Γιατί σε βλέπω και φοβάμαι ότι θα διαλυθείς.»
Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. Δεν θέλω να με προστατεύει σαν να είμαι γυαλί. Αλλά ούτε κι εγώ τον είχα ρωτήσει πραγματικά πώς είναι. Ρωτούσα μόνο αν έφαγε, αν πήρε τα χάπια για την πίεση, αν θα πάει στη δουλειά.
Δεν λύθηκαν όλα εκείνο το βράδυ. Ακόμα με ενοχλεί που πήγαινε μόνος του στο κοιμητήριο και δεν μου το έλεγε. Κι εκείνος ακόμα δεν θέλει να διαβάζω όσα γράφει. Συμφωνήσαμε μόνο να μη λέμε πια το εύκολο «καλά είμαι» όταν δεν είμαστε.
Καμιά φορά κάθομαι δίπλα του στον καναπέ και τον βλέπω να κρατάει εκείνο το κινητό χωρίς να το ανοίγει. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω αυτή τη συνήθεια. Ίσως δεν χρειάζεται να την καταλάβω ολόκληρη.
Εσείς τι πιστεύετε; Σε μια τέτοια απώλεια, είναι πιο σωστό να μοιράζεσαι κάθε βάρος με τον σύντροφό σου ή επιτρέπεται να κρατάς κάποια πράγματα σιωπηλά για να προστατεύσεις και τους δυο;