«Του έδωσα ό,τι είχα, κι όμως τώρα νιώθω ξένη στο σπίτι του γιου μου»

Είμαι εξήντα τριών χρονών και μέχρι πριν από τρία χρόνια είχα την εντύπωση ότι ήξερα ποια είναι η θέση μου στη ζωή του γιου μου.

Όχι ότι θα μέναμε μαζί ή ότι θα μου έδινε λογαριασμό για όλα. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, τουλάχιστον έτσι πίστευα. Αλλά ότι θα μπορώ να περνάω από το σπίτι του, να πίνω έναν καφέ, να βλέπω το παιδί του να μεγαλώνει, να νιώθω πως είμαστε οικογένεια.

Ο Σταύρος είναι ο μοναχογιός μου. Ο άντρας μου πέθανε όταν ο Σταύρος ήταν δεκαπέντε. Έμφραγμα, ξαφνικά, ένα πρωί που εγώ ετοίμαζα ταπεράκια για τη δουλειά. Από τότε δούλευα όπου έβρισκα. Πρώτα σε καθαρισμούς σε ένα ξενοδοχείο στον Βόλο, μετά σε μια εταιρεία με γραφεία. Δεν λέω ότι μόνο εγώ δυσκολεύτηκα στη ζωή μου. Απλώς, ό,τι έκανα τότε, το έκανα με τη σκέψη να μη λείψει τίποτα από το παιδί.

Φροντιστήρια, μηχανάκι όταν πέρασε στη σχολή, νοίκι στην Αθήνα. Είχα πουλήσει και κάτι χρυσαφικά της μάνας μου, χωρίς να του το πω τότε. Δεν τα λέω αυτά για να του τα χρεώσω. Μάνα του είμαι. Αλλά μάλλον κάπου μέσα μου περίμενα ότι όλα αυτά θα μας έδεναν για πάντα με έναν τρόπο.

Ο Σταύρος παντρεύτηκε τη Δήμητρα πριν από πέντε χρόνια. Είναι καλή κοπέλα, να το πω αυτό. Δουλεύει πολύ, σε φαρμακείο, έχει τρόπο με τον μικρό, τον Αντώνη. Δεν είναι κακιά ούτε αδιάφορη. Απλώς από την αρχή είχαμε μια δυσκολία που ποτέ δεν ειπώθηκε όπως πρέπει.

Στην αρχή πήγαινα συχνά. Έμεναν σχετικά κοντά μου, δέκα λεπτά με το αμάξι. Τους πήγαινα φαγητό, ειδικά όταν γεννήθηκε ο μικρός. Η Δήμητρα ήταν εξαντλημένη και ο Σταύρος δούλευε πολλές ώρες σε συνεργείο αυτοκινήτων. Τους έφτιαχνα ένα ταψί παστίτσιο, λίγα γεμιστά, σούπα για το παιδί. Μερικές φορές έβαζα και ένα πλυντήριο, αν έβλεπα καλάθι γεμάτο.

Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω ότι ίσως αυτό δεν ήταν πάντα βοήθεια. Ίσως ήταν σαν να έμπαινα σε ένα σπίτι και να έλεγα, χωρίς λόγια, «δεν τα καταφέρνετε μόνοι σας». Εκείνη την περίοδο όμως το έβλεπα αλλιώς. Έβλεπα δύο νέους ανθρώπους κουρασμένους και ένα μωρό που έκλαιγε.

Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι η Δήμητρα ενοχλιόταν ήταν όταν της είπα ότι ο Αντώνης ήταν πολύ ελαφριά ντυμένος για Νοέμβρη. Δεν της φώναξα. Του έβαλα απλώς μια ζακέτα και είπα «θα κρυώσει το παιδάκι». Εκείνη δεν απάντησε εκείνη την ώρα. Μετά από λίγες μέρες, μου είπε ήρεμα, σχεδόν πολύ ήρεμα:

«Μαρία, ξέρω ότι το κάνεις από ενδιαφέρον, αλλά θέλω να αποφασίζουμε εμείς για αυτά. Ακόμα κι αν κάνουμε λάθος.»

Της είπα «μα βρε κορίτσι μου, μια ζακέτα του έβαλα». Και το εννοούσα. Για μένα ήταν μια ζακέτα. Για εκείνη μάλλον ήταν όλα τα προηγούμενα μαζί.

Από τότε άρχισα να προσέχω. Ή τουλάχιστον έλεγα ότι προσέχω. Δεν πήγαινα χωρίς τηλέφωνο. Αλλά αν ήξερα ότι ο μικρός ήταν άρρωστος, έπαιρνα τον Σταύρο τρεις και τέσσερις φορές μέσα στη μέρα. Αν μου έλεγε ότι θα τον κρατήσουν σπίτι επειδή δεν πήγε παιδικό, έλεγα αμέσως «να έρθω εγώ, τι θα κάνετε;». Αν δεν μου απαντούσαν για ώρες, στενοχωριόμουν και έστελνα μήνυμα στη Δήμητρα.

Κάποια στιγμή μου είπε καθαρά ότι δεν θέλει να της γράφω συνεχώς στη δουλειά. Εγώ το πήρα πολύ βαριά. Της απάντησα πως ούτε εχθρός της είμαι ούτε ξένη. Εκείνη μου είπε «δεν είπα αυτό». Αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δεν άκουγα τίποτα άλλο.

Ο Σταύρος σε όλα αυτά έκανε το ίδιο πράγμα: χαμήλωνε το κεφάλι.

«Μαμά, άσ’ το τώρα.»

«Δήμητρα, μην το τραβάς.»

«Θα τα βρείτε, δεν χρειάζεται ένταση.»

Μόνο που δεν τα βρίσκαμε. Απλώς μαζεύαμε πράγματα κάτω από το χαλί.

Τον περασμένο χειμώνα έγινε κάτι που ακόμα με πονάει. Ήταν Κυριακή και είχα φτιάξει γιουβαρλάκια, γιατί ο Αντώνης τα τρώει, ή τουλάχιστον έτρωγε όταν ήταν μικρότερος. Πήρα τηλέφωνο τον Σταύρο και δεν απάντησε. Πήρα άλλη μία μετά από καμιά ώρα. Τίποτα. Πέρασα από το σπίτι τους. Δεν χτύπησα κουδούνι αμέσως, γιατί είδα το αυτοκίνητο κάτω και σκέφτηκα μήπως κοιμάται το παιδί.

Η Δήμητρα άνοιξε την πόρτα και κατάλαβα από το πρόσωπό της ότι δεν ήταν καλή στιγμή. Δεν μου μίλησε άσχημα. Μου είπε απλώς ότι είχαν κανονίσει να μείνουν μόνοι τους εκείνη τη μέρα, πως ο Αντώνης είχε γκρίνια και πως ήθελαν λίγη ησυχία.

Κρατούσα την κατσαρόλα στα χέρια μου σαν χαζή. Της είπα «δεν ήρθα να σας χαλάσω, φαγητό έφερα». Τότε βγήκε ο Σταύρος από μέσα και αντί να πει «έλα, μαμά, κάτσε πέντε λεπτά», είπε:

«Καλά λέει η Δήμητρα. Έπρεπε να πάρεις πρώτα.»

Του θύμισα ότι είχα πάρει. Μου είπε ότι δεν σημαίνει πως μπορούσα να εμφανιστώ επειδή δεν απάντησε. Είχε δίκιο, λογικά. Το ξέρω. Αλλά από το στόμα του δεν ακούστηκε λογικό. Ακούστηκε σαν να μου έκλεινε μια πόρτα που νόμιζα πως ήταν πάντα ανοιχτή.

Δεν μπήκα. Άφησα την κατσαρόλα στο πατάκι και έφυγα. Μετά ντράπηκα γι’ αυτό, γιατί ήταν παιδικό. Την επόμενη μέρα ο Σταύρος μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι η Δήμητρα αισθάνεται πως δεν σέβομαι τον χώρο τους. Του είπα «κι εσύ αισθάνεσαι το ίδιο;». Έμεινε σιωπηλός αρκετή ώρα.

Μετά είπε: «Απλώς θέλω να είμαστε όλοι καλά.»

Αυτή είναι η φράση του για όλα. Και ίσως να μην καταλαβαίνει ότι, όταν δεν παίρνεις θέση, πάλι παίρνεις. Απλώς αφήνεις τον άλλον να μείνει μόνος με αυτό που νιώθει.

Τώρα βλέπω τον Αντώνη συνήθως κάθε δεύτερο Σάββατο, αν δεν έχουν κάτι κανονίσει. Μερικές φορές τον κρατάω όταν οι δυο τους δουλεύουν. Όταν είναι μαζί μου, περνάμε ωραία. Παίζουμε με τα αυτοκινητάκια του, του κάνω τηγανίτες, μου λέει ιστορίες από το νηπιαγωγείο. Με φωνάζει «γιαγιά Μαρία», όχι απλώς γιαγιά, επειδή έτσι τον έμαθαν. Μικρό πράγμα, αλλά κι αυτό κάπου με τσιμπάει.

Προσπαθώ να μη λέω τίποτα για τη Δήμητρα μπροστά του. Προσπαθώ να μην τηλεφωνώ κάθε μέρα. Κάποιες μέρες τα καταφέρνω. Άλλες, γράφω ένα μήνυμα και το σβήνω πριν το στείλω.

Δεν ξέρω αν είμαι η μητέρα που πνίγει ή η μητέρα που απλώς δεν ξέρει πώς να κάνει πίσω. Πιθανόν να είμαι και τα δύο λίγο. Ξέρω μόνο ότι από τότε που μεγάλωσε ο γιος μου, δεν έμαθα ποτέ τι σημαίνει να τον αγαπάω χωρίς να είμαι συνεχώς χρήσιμη.

Αύριο έχει γιορτή στο νηπιαγωγείο ο Αντώνης. Μου είπαν ότι θα μου στείλουν βίντεο, γιατί οι θέσεις είναι λίγες και θα πάνε μόνο οι γονείς. Έβγαλα από την ντουλάπα το μπλε πουκάμισο που του είχα πάρει για τα Χριστούγεννα. Είναι ακόμα με το καρτελάκι. Θα το τυλίξω καλύτερα και θα περιμένω να μου πουν πότε μπορώ να το δώσω.