«Μαμά, πού είσαι;» – Η ζωή μου ανάμεσα στην αυτοθυσία και την αναζήτηση του εαυτού μου
«Μαμά, πού είσαι; Πάλι δεν απαντάς;» Η φωνή της κόρης μου, της Μαρίας, αντηχεί στο κινητό που δονείται ασταμάτητα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Κοιτάζω το τηλέφωνο, το αφήνω να χτυπάει. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, δεν νιώθω ενοχές. Δεν θα σηκώσω το τηλέφωνο. Όχι σήμερα.
Από μικρή ήμουν αυτή που έτρεχε για όλους. Στο χωριό μας, έξω από τη Λάρισα, ήμουν η μεγάλη κόρη, η «δεξιά χέρι» της μάνας μου. Όταν ο πατέρας μου αρρώστησε, εγώ έτρεχα στα χωράφια, εγώ μαγείρευα για τα αδέρφια μου, εγώ διάβαζα τα μικρά για το σχολείο. «Ελένη, εσύ είσαι δυνατή», μου έλεγε η μάνα μου. Και εγώ το πίστεψα. Έγινα δυνατή για όλους – εκτός από μένα.
Παντρεύτηκα τον Γιώργο στα είκοσι δύο. Καλός άνθρωπος, αλλά σκληρός με τα συναισθήματα. «Η γυναίκα πρέπει να κρατάει το σπίτι», έλεγε. Δούλευε στο εργοστάσιο γάλακτος, εγώ στο σπίτι με τα παιδιά. Τρεις γιοι και μια κόρη. Η Μαρία ήταν η μικρή μου πριγκίπισσα – ή έτσι νόμιζα.
Τα χρόνια περνούσαν με μια ρουτίνα που με έπνιγε: ξύπνα νωρίς, φτιάξε πρωινό, ετοίμασε τα παιδιά για το σχολείο, καθάρισε, μαγείρεψε, πήγαινε στη λαϊκή, πλήνε ρούχα στο χέρι γιατί το πλυντήριο χάλασε και ο Γιώργος είπε «θα το φτιάξω όταν βρω χρόνο». Ποτέ δεν βρήκε χρόνο.
Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν και άρχισαν να φεύγουν από το σπίτι, νόμιζα πως θα ανασάνω. Αλλά τότε ξεκίνησαν τα τηλεφωνήματα: «Μαμά, μπορείς να μου στείλεις λίγο λάδι;», «Μαμά, ο μικρός έχει πυρετό, τι να κάνω;», «Μαμά, ο άντρας μου δεν με βοηθάει καθόλου». Η Μαρία ειδικά – πάντα με ήθελε δίπλα της. Και εγώ έτρεχα. Με το ΚΤΕΛ στην Αθήνα για να φυλάξω τα εγγόνια όταν εκείνη είχε δουλειά. Ξενύχτια σε νοσοκομεία όταν ο μικρός της είχε βρογχίτιδα.
Ο Γιώργος γκρίνιαζε: «Πάλι θα φύγεις; Εγώ τι θα κάνω μόνος;» Κι εγώ έσφιγγα τα δόντια και έφευγα. Γιατί έτσι έμαθα: να βάζω τους άλλους πάνω από μένα.
Μια μέρα, πριν τρία χρόνια, ο Γιώργος έπαθε εγκεφαλικό. Έμεινε παράλυτος στη δεξιά πλευρά. Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε στο σπίτι μας – αλλά μόνο για λίγες μέρες. Μετά έμεινα μόνη με τον Γιώργο και τις ευθύνες. Οι γιοι μου είχαν τις δουλειές τους, η Μαρία τα παιδιά της. «Μαμά, αν χρειαστείς κάτι, πάρε με», μου είπε. Αλλά ποτέ δεν απαντούσε όταν την έπαιρνα.
Ένα βράδυ, καθώς καθάριζα τον Γιώργο και εκείνος με κοίταζε με μάτια θολά από ντροπή και θυμό, ένιωσα να σπάω μέσα μου. «Γιατί σε μένα;» ψιθύρισα. Δεν ήξερα αν ρωτούσα τον Θεό ή τον ίδιο τον εαυτό μου.
Τους επόμενους μήνες έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν κοιμόμουν καλά, δεν έτρωγα σωστά. Οι φίλες μου με φώναζαν για καφέ στην πλατεία αλλά πάντα έβρισκα δικαιολογίες: «Δεν μπορώ να αφήσω τον Γιώργο μόνο του». Μια μέρα η γειτόνισσα, η κυρα-Σοφία, μπήκε στο σπίτι χωρίς να χτυπήσει.
«Ελένη! Έχεις γίνει φάντασμα! Πότε θα ζήσεις για σένα;»
Την κοίταξα και ξέσπασα σε κλάματα. Δεν θυμάμαι πόση ώρα έκλαιγα στην αγκαλιά της. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα ξεχάσει ποια ήμουν.
Άρχισα δειλά-δειλά να ζητάω βοήθεια. Πήρα μια γυναίκα να βοηθάει με τον Γιώργο δυο φορές τη βδομάδα. Οι γιοι μου δυσανασχέτησαν: «Μάνα, πετάς λεφτά; Εμείς μπορούμε να βοηθήσουμε!» Αλλά ποτέ δεν είχαν χρόνο.
Η Μαρία θύμωσε: «Δηλαδή τώρα δεν μπορείς να έρθεις όταν σε χρειάζομαι;»
«Όχι Μαρία», της είπα μια μέρα στο τηλέφωνο. «Δεν μπορώ πάντα να είμαι εκεί. Πρέπει να ζήσω κι εγώ.»
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.
Άρχισα να πηγαίνω βόλτες μόνη μου στο πάρκο. Να κάθομαι σε ένα παγκάκι και να ακούω τα πουλιά. Να διαβάζω βιβλία που είχα ξεχάσει ότι αγαπούσα. Να πίνω καφέ με την κυρα-Σοφία και να γελάμε σαν κορίτσια.
Ο Γιώργος στην αρχή γκρίνιαζε: «Πού πας; Θα με αφήσεις μόνο;» Αλλά μετά συνήθισε. Κάποιες φορές τον έβλεπα να χαμογελάει όταν γύριζα – ίσως γιατί καταλάβαινε ότι ήμουν λίγο πιο ζωντανή.
Τα παιδιά άρχισαν να παραπονιούνται λιγότερο. Ίσως κατάλαβαν ότι δεν είμαι αθάνατη. Ίσως όχι.
Πριν λίγες μέρες η Μαρία ήρθε στο σπίτι με τα παιδιά της. Με βρήκε να διαβάζω ένα μυθιστόρημα στη βεράντα.
«Μαμά… Είσαι καλά;»
Την κοίταξα στα μάτια και της χαμογέλασα.
«Ναι Μαρία. Είμαι καλά.»
Έφυγε σκεφτική.
Τώρα πια ξέρω τι σημαίνει να έχεις χρόνο για σένα. Να τρως αργά το φαγητό σου χωρίς να σε διακόπτει κανείς. Να ακούς τις σκέψεις σου χωρίς φωνές και απαιτήσεις γύρω σου.
Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι: Γιατί χρειάστηκε τόσα χρόνια για να καταλάβω ότι αξίζω κι εγώ λίγη αγάπη; Πόσες γυναίκες σαν εμένα ζουν ακόμα στη σκιά των άλλων; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;