«Δεν φεύγεις για την Κω και με αφήνεις μόνη μου»: Η δουλειά του άντρα μου, ο άρρωστος πατέρας μου και το μυστικό με τις δόσεις

«Δεν φεύγεις για την Κω και με αφήνεις μόνη μου», του είπα μέσα στην κουζίνα, τόσο δυνατά που ξύπνησε ο γιος μας στο διπλανό δωμάτιο.

Εκείνος δεν φώναξε. Κρατούσε το κινητό του στο χέρι και μου είπε ήρεμα: «Δεν σε αφήνω. Πάω να δουλέψω. Από Δευτέρα ξεκινάω στο ξενοδοχείο. Μας δίνουν και δωμάτιο, τουλάχιστον θα φύγει ένα βάρος από πάνω μας».

Μένουμε στο Περιστέρι, σε ένα δυάρι που ακόμα πληρώνουμε δάνειο. Εγώ δουλεύω τετράωρο σε σούπερ μάρκετ, με ό,τι σημαίνει αυτό σε λεφτά και ωράρια. Ο άντρας μου ήταν χρόνια σε συνεργείο κλιματιστικών, αλλά από τον χειμώνα οι δουλειές έπεσαν πολύ. Του χρωστούσαν και δύο μισθούς, έφυγε, και από τότε έκανε μεροκάματα όπου έβρισκε.

Η Κως ήταν για εννιά μήνες, συντήρηση σε ξενοδοχείο. Όχι κάτι που θα μας έκανε πλούσιους. Αλλά σταθερά λεφτά, ένσημα και διαμονή. Μου είπε ότι είχε κάνει την αίτηση πριν από έναν μήνα.

«Έναν μήνα το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα;» τον ρώτησα.

«Δεν το ήξερα. Έστειλα βιογραφικό. Όταν με πήραν για συνέντευξη, ήσουν στο νοσοκομείο με τον πατέρα σου. Μετά βγήκε η απάντηση και δεν ήξερα πώς να στο πω.»

Ο πατέρας μου είχε πέσει στο μπάνιο τον Φεβρουάριο. Δεν ήταν κάτι που τον άφησε στο κρεβάτι, αλλά από τότε μπερδεύεται, ξεχνάει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό, χάνει το λεωφορείο γυρνώντας από το φαρμακείο. Η μητέρα μου επιμένει ότι «μια χαρά είναι» και δεν θέλει ούτε να ακούσει για βοήθεια στο σπίτι.

Η αδελφή μου είναι στην Πάτρα με δύο παιδιά και έρχεται όσο μπορεί. Οπότε, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ανέλαβα εγώ τα περισσότερα: γιατρούς στο Κέντρο Υγείας, συνταγές, σούπερ μάρκετ, λογαριασμούς, να περνάω κάθε δεύτερη μέρα από το σπίτι τους.

Και περίμενα, χωρίς να το λέω καθαρά, ότι ο άντρας μου θα ήταν εκεί να με πηγαίνει, να κρατάει τον μικρό όταν έτρεχα, να με στηρίζει όταν γυρνούσα εξαντλημένη.

«Και ο πατέρας μου;» του είπα. «Και το παιδί; Εγώ πώς θα τα διαχιριστώ όλα μόνη μου;»

Τότε με κοίταξε με έναν τρόπο που με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο.

«Εσύ τα ανέλαβες όλα μόνη σου, χωρίς να με ρωτήσεις. Εγώ σου έλεγα να βρούμε έστω δύο φορές την εβδομάδα μια κυρία για βοήθεια. Μου έλεγες ότι δεν θέλει η μητέρα σου να μπαίνει ξένος στο σπίτι. Και τώρα μου λες ότι δεν μπορώ να φύγω επειδή δεν αντέχεις;»

Είχε δίκιο σε αυτό, αλλά δεν ήθελα να του το παραδεχτώ. Του είπα ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει μόνος του για μια δουλειά σε νησί, λες και ήταν ελεύθερος. Εκείνος μου απάντησε: «Κι εγώ τι είμαι εδώ; Ο οδηγός σας; Ο άνθρωπος που θα καλύπτει ό,τι αποφασίζετε εσύ και οι γονείς σου;»

Πονάει να το γράφω, αλλά εκεί κάπως τον χτύπησα κάτω από τη ζώνη. Του είπα πως ήθελε απλώς να φύγει από τις ευθύνες. Ότι η Κως ήταν η δικαιολογία του.

Δεν απάντησε αμέσως. Πήγε στο ντουλάπι, έβγαλε έναν φάκελο και τον άφησε μπροστά μου.

Μέσα ήταν ειδοποιήσεις από την τράπεζα για δυο δόσεις του δανείου που δεν είχαν πληρωθεί. Εγώ τις είχα κρύψει. Είχα πάρει από τον κοινό μας λογαριασμό για να πληρώσω μια γυναίκα που ερχόταν κρυφά στη μητέρα μου για λίγες ώρες, όταν ο πατέρας μου ήταν χειρότερα. Δεν το είχα πει γιατί ήξερα ότι θα γινόταν καβγάς. Και μετά έλεγα κάθε μήνα «θα τα καλύψω», αλλά δεν βγήκε.

«Το βρήκα όταν πήγα να δω τι έχουμε για το ρεύμα», μου είπε. «Δεν σου φώναξα. Αλλά δεν γίνεται να κάνουμε πως θα φτιάξουν όλα αν απλώς μείνω εδώ και περιμένω ένα μεροκάματο.»

Του είπα πως φοβήθηκα. Μου είπε ότι κι εκείνος φοβάται. «Δεν θέλω να φύγω από εσάς», είπε. «Αλλά φοβάμαι πιο πολύ να μείνω και να μην μπορώ να προσφέρω τίποτα.»

Από τότε δεν έχουμε βγάλει άκρη. Η μητέρα μου λέει ότι ο άντρας μου κοιτάει μόνο τον εαυτό του. Η πεθερά μου λέει ότι εγώ του φόρτωσα όλη τη δική μου οικογένεια. Η αδελφή μου μου είπε να μη βιαστώ να τον κρίνω, αλλά ούτε εκείνη μπορεί να έρχεται κάθε εβδομάδα από την Πάτρα.

Εγώ ακόμα νιώθω προδομένη που το κράτησε κρυφό. Αλλά ντρέπομαι κιόλας, γιατί κι εγώ έκρυψα τις δόσεις και έκανα σχέδια για όλους χωρίς να ρωτήσω κανέναν. Ίσως περίμενα από εκείνον να είναι η ασφάλεια που εγώ δεν κατάφερα να κρατήσω.

Δεν ξέρω αν η δύναμη είναι να σταθείς μόνη σου ή να παραδεχτείς ότι χρειάζεσαι τον άλλον και να τον εμπιστευτείς, ακόμα κι όταν φοβάσαι. Εσείς τι λέτε; Θα έπρεπε να μείνει ή να δεχτώ ότι αυτή η δουλειά είναι η μόνη μας ευκαιρία να σταθούμε στα πόδια μας;