«Δεν είναι αγάπη να χαθείς κι εσύ» μου είπε η κόρη μου, όταν αρνήθηκα να βάλω τον άντρα μου σε μονάδα φροντίδας
«Μαμά, δεν σου ζητάω να τον εγκαταλείψεις. Σου ζητάω να σταματήσεις να εγκαταλείπεις εσένα», μου είπε η κόρη μου μέσα στην κουζίνα, κρατώντας ένα φυλλάδιο από μια μονάδα φροντίδας έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Της το άρπαξα από τα χέρια. «Στον πατέρα σου υποσχέθηκα ότι δεν θα τον βγάλω από το σπίτι του.»
«Πότε στο υποσχέθηκες; Όταν ήξερε τι λέει ή όταν ήδη φοβόταν;» μου απάντησε.
Αυτό ήταν πριν από δυο εβδομάδες και ακόμα δεν της μιλάω όπως πριν. Όχι γιατί πιστεύω ότι είναι κακιά. Ξέρω ότι με βλέπει. Απλώς νιώθω πως αν πω δυνατά ότι δεν αντέχω, θα είναι σαν να παραδέχομαι ότι τον έχασα.
Ο άντρας μου ήταν οδηγός στον ΟΑΣΘ σχεδόν τριάντα χρόνια. Ήξερε όλους τους δρόμους, τις στάσεις, ποιος ανέβαινε κάθε πρωί με το ίδιο εισιτήριο στο χέρι. Τώρα κοιτάζει από το μπαλκόνι και με ρωτάει πού είναι το λεωφορείο του, ενώ έχει βγει στη σύνταξη πάνω από δέκα χρόνια.
Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Ξέχασε δυο φορές το μάτι της κουζίνας ανοιχτό. Μετά άρχισε να κατηγορεί την απέναντι ότι του πήρε τα κλειδιά. Στο Ιπποκράτειο, μετά από εξετάσεις και ραντεβού που περιμέναμε μήνες, μας είπαν για άνοια. Εγώ άκουγα τον γιατρό και σκεφτόμουν μόνο ότι ο άντρας μου καθόταν δίπλα μου και χαμογελούσε ευγενικά, σαν να μιλούσαν για κάποιον άλλον.
«Θέλω να μείνω εδώ», είπε γυρνώντας σε μένα, μόλις βγήκαμε έξω.
«Εδώ θα μείνεις», του είπα αμέσως.
Δεν είχα ρωτήσει κανέναν, ούτε την κόρη μας, ούτε τον γιο μας που μένει στην Κατερίνη. Το είπα γιατί εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε το μόνο σωστό. Και ίσως γιατί ήθελα να πιστέψω ότι, αν το υποσχόμουν αρκετά σταθερά, δεν θα προχωρούσε η αρρώστια.
Τον πρώτο χρόνο τα βγάζαμε πέρα. Ερχόταν μια κυρία από το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» του δήμου δυο φορές την εβδομάδα, κυρίως για λίγες ώρες και για τα βασικά. Η κόρη μου περνούσε μετά τη δουλειά της. Εγώ είχα αφήσει το καθαριστήριο όπου δούλευα μερικές ώρες, γιατί δεν γινόταν να τον αφήνω μόνο.
Δεν το συζητήσαμε ποτέ κανονικά. Απλώς μια μέρα δεν ξαναπήγα στη δουλειά. Έχασα εκείνα τα λίγα χρήματα που πλήρωναν λογαριασμούς και ψώνια χωρίς να χρειάζεται να ζητάω από κανέναν. Και άρχισα να θυμώνω με πράγματα που δεν έφταιγαν: με τον γιο μου που έπαιρνε τηλέφωνο αντί να έρχεται, με την κόρη μου που έφευγε στις οκτώ για το σπίτι της, με τον άντρα μου όταν με ρωτούσε για πέμπτη φορά πού είναι η μάνα του, που έχει πεθάνει είκοσι χρόνια.
Μια νύχτα με είπε «κυρία μου».
Του έφερα νερό και μου είπε: «Ευχαριστώ, αλλά περιμένω τη γυναίκα μου.»
Του είπα απότομα: «Εγώ είμαι η γυναίκα σου.»
Με κοίταξε τρομαγμένος. «Όχι, η γυναίκα μου είναι πιο νέα.»
Έκλεισα την πόρτα του μπάνιου και έκλαψα σιωπηλά, για να μην τον αναστατώσω. Μετά ντράπηκα, γιατί δεν το έκανε επίτηδες. Αλλά το επόμενο πρωί ήμουν ψυχρή μαζί του και αυτό δεν μπορώ να το δικαιολογήσω.
Το χειρότερο έγινε πριν έναν μήνα. Ξύπνησα στις τέσσερις και δεν ήταν στο κρεβάτι. Είχε ανοίξει την εξώπορτα και κατέβηκε με τις παντόφλες. Τον βρήκαν δυο τετράγωνα πιο κάτω, κοντά στη στάση, να λέει σε έναν περιπτερά ότι πρέπει να πιάσει βάρδια. Πήγα με το περιπολικό να τον πάρω. Όταν με είδε, δεν με αναγνώρισε αμέσως.
Από τότε κοιμάμαι με το ένα αυτί ανοιχτό. Έβαλα κλειδί ψηλά στην πόρτα, αλλά μετά ένιωθα λες και τον φυλακίζω. Η καθημερηνότητα μας έγινε χάπια, πάνες, τηλεφωνήματα για συνταγές, ραντεβού, πλυντήρια και φόβος.
Η κόρη μου βρήκε τη μονάδα, ρώτησε για τιμές και για το αν μπορεί να βοηθήσει το επίδομα φροντίδας. Ο γιος μου είπε ότι θα βάζει κι εκείνος κάθε μήνα ό,τι μπορεί, αλλά έχει δάνειο και δυο παιδιά. Εγώ τους είπα πως δεν θέλω να πληρώνουν για να ξεφορτωθούν τον πατέρα τους.
Τότε η κόρη μου θύμωσε. «Μη λες τέτοια. Εσύ μας απέκλεισες από την αρχή. Δεν μας άφησες ούτε να πούμε ότι φοβόμαστε.»
Είχε δίκιο. Κράτησα όλο το βάρος μόνη μου και μετά τους κατηγορούσα μέσα μου που δεν το σήκωναν. Δεν τους είπα καν ότι πριν από τρεις μήνες ξέχασα να του δώσω τα βραδινά χάπια, επειδή είχα αποκοιμηθεί στον καναπέ. Ούτε ότι κάποιες στιγμές σκέφτομαι πως θέλω απλώς να βγω για έναν καφέ χωρίς να κοιτάω συνέχεια το κινητό. Μόνο που μετά νιώθω απαίσια.
Χτες ο άντρας μου είχε μια πιο ήρεμη μέρα. Καθίσαμε στο σαλόνι και του έδειξα παλιές φωτογραφίες. Σε μία από τη βάφτιση της κόρης μας, άγγιξε το πρόσωπό μου και είπε: «Εσύ κουράστηκες πολύ για μένα.»
Δεν ξέρω αν κατάλαβε πραγματικά ή αν ήταν απλώς μια φράση της στιγμής. Του είπα μόνο: «Κι εσύ θα έκανες το ίδιο.»
Αλλά δεν είμαι πια σίγουρη. Η υπόσχεση που του έδωσα ήταν αγάπη ή ήταν ένας τρόπος να μη δεχτώ αυτό που συμβαίνει; Και αν τον πάμε κάπου που θα έχει ανθρώπους όλο το εικοσιτετράωρο, τον προδίδω ή τον προστατεύω, μαζί με εμένα;
Εσείς πού πιστεύετε ότι τελειώνει η φροντίδα από αγάπη και αρχίζει μια θυσία που δεν αντέχεται;