«Πού είναι τα 620 ευρώ από το ταμείο;» Η μάνα μου βρήκε το ποσό που πήρα κρυφά για να ξεκινήσω τη δική μου ζωή
«Πού είναι τα 620 ευρώ από το ταμείο;» με ρώτησε η μάνα μου μπροστά στον άντρα μου, στο τραπέζι της κουζίνας.
Δεν το είπε δυνατά, αλλά έτσι όπως με κοίταζε, ήθελα να ανοίξει η γη. Είχα πάρει τα λεφτά πριν από δυο εβδομάδες από το καθαριστήριο που έχουμε στον Κορυδαλλό. Σκεφτόμουν να τα ξαναβάλω μόλις πληρωνόμασταν από τα παπλώματα και τις κουβέρτες του χειμώνα.
Μόνο που χάλασε ένα από τα πλυντήρια, ήρθε ο τεχνικός, χρωστούσαμε και σε έναν προμηθευτή, και δεν βγήκαν τα νούμερα.
«Τα έδωσα για την πρώτη δόση στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο», της είπα.
Η μάνα μου κάθισε στην καρέκλα. «Χωρίς να μου το πεις; Από το ταμείο του μαγαζιού;»
Ο άντρας μου με κοίταξε κι εκείνος σαν να άκουγε πρώτη φορά τα μισά. «Ποιο πανεπιστήμιο; Μου είπες ότι απλώς έκανες μια αίτηση.»
Είχα περάσει στο πρόγραμμα Κοινωνικής Εργασίας. Είμαι 39 χρονών, έχω δύο παιδιά, δουλεύω από τα 24 μου στο καθαριστήριο και πάντα έλεγα ότι “κάποια στιγμή” θα κάνω κάτι άλλο. Πριν παντρευτώ, ήθελα να σπουδάσω. Μετά ήρθε η δουλειά, μετά τα παιδιά, μετά ο πατέρας μου που αρρώστησε και η μάνα μου δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Το καθαριστήριο έγινε η ζωή μου χωρίς να το καταλάβω. Ξέρω ποια πελάτισσα θέλει τα ρούχα της σε συγκεκριμένες κρεμάστρες, ποιος αφήνει πάντα λεκέ από λάδι, ποιος θα αργήσει να πληρώσει. Όλοι στη γειτονιά με ξέρουν ως «η κόρη της κυρίας από το καθαριστήριο».
Και, να πω την αλήθεια, για χρόνια μου άρεσε αυτό. Όταν έλεγαν στη μάνα μου «τυχερή είσαι που έχεις την κόρη σου», ένιωθα ότι αξίζω. Τώρα όμως άρχισα να πνίγομαι.
«Δεν θέλω να φύγω αύριο το πρωί», της είπα. «Θέλω να μειώσω ώρες για να διαβάζω και να παρακολουθώ. Να δω αν μπορώ να κάνω κάτι δικό μου.»
«Και το μαγαζί;» είπε. «Εγώ σε τρεις μήνες κάνω επέμβαση στο γόνατο. Ο αδερφός σου είναι στη Χαλκίδα και έχει τη δική του δουλειά. Ποιος θα το κρατήσει;»
Εκεί είχε δίκιο. Η μάνα μου είναι 67, πονάει όρθια, αλλά συνεχίζει να έρχεται από τις επτάμισι. Η σύνταξή της δεν φτάνει ούτε για τα φάρμακά της και το μαγαζί είναι το μόνο σίγουρο εισόδημα που έχουμε πέρα από τον μισθό του άντρα μου, που κάνει διανομές.
Ο άντρας μου είπε ήρεμα στην αρχή: «Δεν είμαι αντίθετος να σπουδάσεις. Αλλά έχουμε ενοίκιο, φροντιστήριο για την κόρη μας, λογαριασμούς. Δεν γίνεται να παίρνεις λεφτά κρυφά και μετά να μας λες ότι πρέπει να το δεχτούμε.»
Με πείραξε που είπε “μας”, λες και ήταν όλοι από τη μία κι εγώ από την άλλη.
Του απάντησα άσχημα. «Εσύ τουλάχιστον φεύγεις από το σπίτι, βλέπεις κόσμο. Εγώ είμαι όλη μέρα ανάμεσα σε σακούλες και τιμολόγια.»
«Και ποιος σε κράτησε εκεί;» μου είπε. «Εγώ; Ή εσύ που δεν μίλησες ποτέ καθαρά;»
Αυτό με χτύπησε πιο πολύ. Γιατί δεν μπορώ να πω ότι είπε ψέματα. Περίμενα να με δεχτούν στο ΕΑΠ, το έκρυψα, πλήρωσα βιαστικά τη δόση και μετά τους το παρουσίασα σαν τετελεσμένο. Σαν να ήθελα να τους αναγκάσω να μου πουν “μπράβο”, αντί να παραδεχτώ ότι φοβάμαι.
Φοβάμαι ότι αν δεν το κάνω τώρα, θα μείνω για πάντα στο ίδιο σημείο. Αλλά φοβάμαι και ότι θα αποτύχω, θα χρωστάμε λεφτά και θα ακούω πως διέλυσα κάτι που η μάνα μου κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια.
Η μάνα μου στο τέλος είπε: «Δεν με πείραξε που θέλεις να σπουδάσεις. Με πείραξε που με άφησες να μετράω το ταμείο και να αναρωτιέμαι αν έκανα λάθος που σε εμπιστεύτηκα.»
Της είπα ότι θα της τα επιστρέψω, έστω λίγα-λίγα. Μου απάντησε μόνο: «Τα λεφτά θα βρεθούν. Το πως θα ξαναμιλήσουμε, δεν ξέρω.»
Από τότε πάω κανονικά στο μαγαζί, αλλά η μάνα μου δεν μου δίνει ούτε το κλειδί του ταμείου. Η προθεσμία για τη δεύτερη δόση της σχολής είναι την Παρασκευή. Ο άντρας μου λέει να ζητήσω αναβολή και να οργανωθούμε πρώτα. Εγώ νιώθω ότι, αν κάνω πίσω άλλη μία φορά, ίσως να μην ξανακάνω ποτέ το βήμα.
Δεν ξέρω αν ζητάω απλώς χώρο να ζήσω κάτι δικό μου ή αν βάζω τη δική μου προταιρεότητα πάνω από ανθρώπους που πραγματικά με χρειάζετε. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πότε είναι σωστό να κυνηγάς τη ζωή που θέλεις, ακόμα κι αν χαλάει η ηρεμία της οικογένειας;