«Δεν μπορώ να σας δίνω άλλο»: Η μέρα που σταμάτησε να πληρώνει τα χρέη της οικογένειάς της
Είχα βάλει υπενθύμιση στο κινητό μου για την πρώτη κάθε μήνα: ενοίκιο, ΔΕΗ, κάρτα, κοινόχρηστα. Κάποια στιγμή, χωρίς να το πολυσκεφτώ, άρχισα να βάζω και άλλα δύο πράγματα στην ίδια λίστα: «μαμά» και «Θάνος».
Δεν έγραφε ποσό. Δεν χρειαζόταν. Το ποσό το μάθαινα πάντα τελευταία στιγμή, συνήθως με ένα τηλεφώνημα που ξεκινούσε με τη φράση «μην αγχώνεσαι, απλώς θέλω να σου πω κάτι».
Είμαι 36 χρονών, δουλεύω σε εταιρεία ταχυμεταφορών στον Ασπρόπυργο, στο λογιστήριο. Δεν βγάζω άσχημα λεφτά, αλλά ούτε και τόσα ώστε να νιώθω άνετα. Μένω στο Αιγάλεω, σε ένα δυάρι με τον Νίκο. Μένουμε μαζί σχεδόν τέσσερα χρόνια, αν και τον τελευταίο χρόνο λέγαμε ότι συγκατοικούμε περισσότερο παρά ότι ζούμε μαζί. Εγώ γυρνούσα αργά, με το κεφάλι γεμάτο αριθμούς και εκκρεμότητες. Εκείνος απέφευγε να με ρωτήσει πολλά, γιατί ήξερε ότι θα εκνευριζόμουν.
Η μητέρα μου είναι συνταξιούχος. Ο πατέρας μου πέθανε πριν από οκτώ χρόνια, αρκετά ξαφνικά. Είχε αφήσει ένα μικρό στεγαστικό για το παλιό μας σπίτι στο Περιστέρι και μερικές οφειλές που τότε μας φάνηκαν βουνό. Ο Θάνος, ο μικρότερος αδελφός μου, ήταν 27 τότε. Δούλευε περιστασιακά σε καφέ, μετά έκανε ντελίβερι, μετά έλεγε ότι θα ανοίξει κάτι δικό του με έναν φίλο του.
Στην αρχή δεν είχα κανένα παράπονο. Αλήθεια. Ήταν πένθος, ήταν αναστάτωση, ήμασταν όλοι χαμένοι. Έδωσα ό,τι είχα στην άκρη και μπήκα εγγυήτρια σε μια ρύθμιση, επειδή η μητέρα μου δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Έλεγα πως ήταν προσωρινό.
Το προσωρινό κράτησε χρόνια.
Ο Θάνος είχε μια μόνιμη ικανότητα να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πριν από την καταστροφή. Του έλειπαν 180 ευρώ για το νοίκι. Του χάλασε το μηχανάκι και δεν μπορούσε να δουλέψει. Χρωστούσε σε έναν φίλο και ντρεπόταν. Είχε καθυστερήσει μια δόση. Μία φορά μου ζήτησε χρήματα για εξετάσεις του σκύλου του και του έστειλα αμέσως, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μετά έμαθα από τη μητέρα μου ότι το σκυλί ήταν μια χαρά και πως τα λεφτά πήγαν σε ένα παλιό πρόστιμο.
Θύμωσα, αλλά όχι όσο έπρεπε. Αυτό είναι το πρόβλημα. Θύμωνα για δύο μέρες, δεν σήκωνα τηλέφωνα, μετά άκουγα τη μητέρα μου να λέει «τι να κάνω κι εγώ, παιδί μου; Αδελφός σου είναι» και μαλάκωνα.
Ο Νίκος το έβλεπε πιο καθαρά από μένα. Δεν μου έλεγε να εγκαταλείψω τη μητέρα μου. Ούτε μιλούσε άσχημα για τον Θάνο. Απλώς, ένα βράδυ, όταν του είπα ότι δεν θα πάμε τελικά ένα Σαββατοκύριακο στην Τήνο γιατί έπρεπε να καλύψω μια τρύπα του αδελφού μου, έμεινε να κοιτάζει το τραπέζι.
«Δεν είναι η Τήνος, Ελένη», μου είπε.
«Το ξέρω.»
«Όχι, δεν το ξέρεις. Κάθε φορά λες ότι είναι η τελευταία.»
Του απάντησα απότομα. Του είπα ότι δεν καταλαβαίνει πώς είναι να έχεις οικογένεια που σε χρειάζεται. Το μετάνιωσα αμέσως, γιατί ο Νίκος είχε χάσει τη μητέρα του μικρός. Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε γυρισμένοι πλάτη. Δεν χωρίσαμε τότε, αλλά κάτι έμεινε ανάμεσά μας σαν υγρασία σε τοίχο.
Η κατάσταση έσπασε τον περασμένο Νοέμβριο. Είχα ήδη δώσει στη μητέρα μου χρήματα για πετρέλαιο και για μια δόση της ρύθμισης. Είχαμε και εμείς καθυστερήσει έναν λογαριασμό ρεύματος, γιατί είχα πληρώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου μου μαζεμένη. Δεν ήταν τραγικά τα πράγματα, αλλά δεν υπήρχε χώρος για άλλο «έλα μωρέ».
Με πήρε η μητέρα μου Κυριακή μεσημέρι. Ετοιμάζαμε φακές, ο Νίκος έκοβε ψωμί και εγώ έψαχνα το τηλέφωνό μου κάτω από κάτι αποδείξεις.
Μου είπε ότι ο Θάνος χρωστούσε 1.400 ευρώ σε έναν άνθρωπο από τον οποίο είχε πάρει χρήματα για να μπει σε μια δουλειά με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Δεν κατάλαβα ποτέ ακριβώς τι δουλειά ήταν. Ούτε η μητέρα μου κατάλαβε. Ο Θάνος είχε εξαφανιστεί για δύο μέρες και μετά εμφανίστηκε σπίτι της, χλωμός, λέγοντας ότι αν δεν πληρωνόταν ένα μέρος άμεσα, θα γινόταν φασαρία.
«Μπορείς να βάλεις κάτι;» με ρώτησε. «Έστω 500, να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα.»
Κοίταξα τον Νίκο. Δεν άκουγε όλη τη συζήτηση, αλλά κατάλαβε από το πρόσωπό μου. Έκλεισε τη βρύση. Μέσα στην κουζίνα ακουγόταν μόνο το νερό που έβραζε.
Για πρώτη φορά δεν είπα αμέσως “ναι”.
Ρώτησα τη μητέρα μου γιατί έπρεπε να ηρεμήσω εγώ τα πράγματα. Μου είπε να μην αρχίσω πάλι, ότι ο αδελφός μου ήταν φοβισμένος. Εκεί κάπως έσπασα. Της είπα ότι κι εγώ φοβισμένη ήμουν. Ότι φοβόμουν κάθε μήνα μήπως δεν φτάσουν, ότι είχα αρχίσει να κρύβω από τον Νίκο πόσα έδινα, ότι δεν μπορούσα να κάνω ούτε ένα απλό σχέδιο χωρίς να σκέφτομαι ποιος θα χρειαστεί βοήθεια μετά.
Η μητέρα μου σιώπησε. Μετά είπε, πολύ χαμηλά, «δηλαδή θα τον αφήσεις;»
Αυτό ήταν το πιο δύσκολο. Όχι η φωνή του Θάνου που ακούστηκε στο βάθος να λέει πως είμαι άκαρδη. Ούτε οι δύο μέρες που δεν με πήρε κανείς. Ήταν αυτή η φράση. Σαν να υπήρχαν μόνο δύο επιλογές: ή τους πληρώνω ή τους εγκαταλείπω.
Της είπα ότι δεν θα στείλω χρήματα. Ότι, αν θέλει, μπορώ να τη βοηθήσω να πάμε μαζί σε λογιστή, να δούμε τι χρωστάει πραγματικά, να φτιάξουμε έναν προϋπολογισμό. Για τον Θάνο, είπα ότι μπορούσα να τον βοηθήσω να βρει κανονική δουλειά, να του γράψω βιογραφικό, να του πληρώσω ένα εισιτήριο αν χρειαζόταν να πάει κάπου για συνέντευξη. Αλλά όχι άλλα μετρητά, όχι άλλα δανεικά που δεν επιστρέφονταν ποτέ.
Η μητέρα μου το πήρε σαν προσβολή. Εγώ το είπα άσχημα, το ξέρω. Είχα κρατήσει τόσα μέσα μου που βγήκαν όλα μαζί. Της είπα ότι τον είχε μάθει να περιμένει να τον σώζει κάποιος. Της είπα και ότι με είχε μάθει κι εμένα να νιώθω ένοχη όταν δεν σώζω τους πάντες.
Από τότε μιλάμε, αλλά αλλιώς. Η μητέρα μου είναι πιο τυπική. Ο Θάνος δεν μου μίλησε για σχεδόν έναν μήνα. Μετά μου έστειλε ένα μήνυμα: «Βρήκα δουλειά σε αποθήκη. Μην το κάνεις θέμα». Δεν απάντησα αμέσως. Έκλαψα λίγο στο λεωφορείο, χωρίς να καταλαβαίνω αν ήταν ανακούφιση ή ντροπή.
Με τον Νίκο δεν διορθώθηκαν όλα μαγικά. Του ζήτησα συγγνώμη, αλλά η συγγνώμη δεν πληρώνει τις μέρες που είχαμε αφήσει τη ζωή μας στην αναμονή. Αρχίσαμε όμως να κρατάμε κοινό προϋπολογισμό και να μιλάμε πριν πάρω αποφάσεις που μας αφορούν και τους δύο. Ακούγεται απλό. Για μένα δεν ήταν.
Η υπενθύμιση στο κινητό μου υπάρχει ακόμη. Την πρώτη κάθε μήνα γράφει ενοίκιο, λογαριασμοί, κάρτα. Τα ονόματα της μαμάς και του Θάνου τα έσβησα.
Δεν σημαίνει ότι δεν τους αγαπάω. Σημαίνει μόνο ότι δεν μπορώ πια να μετράω την αγάπη μου σε καταθέσεις και αποδείξεις.