«Αφού κάθεσαι, κράτα τον μικρό»: Η μέρα που κατάλαβα ότι η βοήθειά μου είχε γίνει δεδομένη
«Μαμά, αφού έτσι κι αλλιώς κάθεσαι, κράτα τον μικρό και το Σάββατο. Έχω βάρδια μέχρι το απόγευμα.»
Αυτό μου είπε η κόρη μου στο τηλέφωνο και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησα. Είχα τον εγγονό μου δίπλα, να ζωγραφίζει στο τραπέζι της κουζίνας, και ένιωσα άσχημα που το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι δεν άντεχα άλλο ένα Σάββατο.
«Δεν κάθομαι», της είπα τελικά. «Θα πάω στη γιαγιά σου στην Καλλιθέα. Έχει εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας και μετά πρέπει να περάσουμε από φαρμακείο.»
«Ε, πήγαινε μαζί του. Τι θα πάθει;» μου απάντησε απότομα.
Της είπα ότι δεν γίνεται να τρέχω με ένα τετράχρονο, με τη μητέρα μου να περπατάει δύσκολα και να περιμένουμε ώρες. Και τότε μου πέταξε: «Δηλαδή να χάσω το μεροκάματο; Εγώ τι να κάνω;»
Δεν φώναξα. Αυτό ίσως την ενόχλησε περισσότερο. Της είπα μόνο: «Δεν ξέρω. Αλλά δεν μπορώ να είμαι η λύση για όλα.»
Μου το έκλεισε.
Από τότε που χώρισε πριν από ενάμιση χρόνο, μένει με τον μικρό σε νοίκι κοντά στο Περιστέρι. Δουλεύει σε αλυσίδα καφέ, με βάρδιες που αλλάζουν συνέχεια. Τα χρήματα δεν φτάνουν εύκολα, ειδικά με ενοίκιο, λογαριασμούς και παιδί. Ο πατέρας του μικρού δίνει διατροφή, αλλά όχι πάντα στην ώρα της, και εκείνη δεν θέλει να τον κυνηγάει κάθε μήνα με δικηγόρους.
Το ξέρω όλο αυτό. Γι’ αυτό και στην αρχή της είπα μόνη μου: «Φέρ’ τον όποτε χρειαστείς». Τον κρατούσα καθημερινα μετά τον παιδικό, τον πήγαινα στον παιδίατρο, του έπλενα τα ρούχα, του μαγείρευα. Όταν είχε πυρετό, κοιμόμουν στον καναπέ για να σηκώνεται εκείνη το πρωί για δουλειά.
Ο άντρας μου έλεγε από την αρχή: «Βοήθα, αλλά μη γίνεις δεύτερη μάνα του παιδιού.» Εγώ θύμωνα. «Η κόρη μας είναι, τι θες να κάνω;» του έλεγα.
Η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε κιόλας που με χρειαζόντουσαν. Είχα κλείσει το μαγαζί με τα είδη ραπτικής όπου δούλευα χρόνια, όταν ανέβηκαν τα έξοδα και δεν έβγαινε. Στο σπίτι, με τον άντρα μου να λείπει πολλές ώρες ως οδηγός, ένιωθα ότι δεν είχα πια πρόγραμμα. Με τον μικρό είχα λόγο να σηκώνομαι, να φτιάχνω φαγητό, να περιμένω κάποιον.
Αλλά άρχισα να αφήνω πίσω τα δικά μου. Δεν πήγα σε δυο ραντεβού που είχα για τη μέση μου στο νοσοκομείο «Αττικόν». Ανέβαλα να δω τη μητέρα μου, γιατί η κόρη μου είχε έκτακτη βάρδια. Είχα πει σε μια γνωστή ότι δεν μπορώ να τη βοηθήσω δυο πρωινά τη βδομάδα στο λογιστικό γραφείο της, ενώ θα μπορούσα να βγάζω κάτι δικό μου.
Και δεν της είχα πει τίποτα. Περίμενα να το καταλάβει μόνη της. Αυτό ήταν δικό μου λάθος.
Την Κυριακή ήρθε σπίτι μου με τον μικρό. Δεν με κοίταζε σχεδόν καθόλου. Η πεθερά μου, που ήταν για καφέ, είπε το γνωστό: «Το παιδί θέλει τη μάνα του, αλλά κι η μάνα πρέπει να βοηθάει το παιδί της.»
Εκεί η κόρη μου είπε: «Δεν ζήτησα να μου τον κρατάς κάθε μέρα. Μόνη σου το είπες.»
Πόνεσα, γιατί ήταν αλήθεια. Της είπα όμως: «Ναι, το είπα. Αλλά τώρα δεν με ρωτάς αν μπορώ. Μου το ανακοινώνεις. Κι όταν λέω όχι, μου μιλάς λες και σου στερώ κάτι που σου χρωστάω.»
Ο μικρός ήταν στο σαλόνι και άκουγε, οπότε χαμηλώσαμε και οι δύο τη φωνή. Εκείνη μετά από λίγο είπε ότι φοβάται πως αν χάσει βάρδιες, θα της ζητήσει ο ιδιοκτήτης το σπίτι. Μου είπε πως ντρέπεται να μου ζητάει λεφτά και προτιμά να ζητάει χρόνο.
Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν απλώς αδιαφορία. Ήταν και πανικός. Αλλά κι εγώ δεν είμαι μηχανή. Δεν μπορώ να γίνομαι αόρατη επειδή κάποιος άλλος δυσκολεύεται.
Συμφωνήσαμε, κάπως άβολα, να μου λέει το πρόγραμμα από την προηγούμενη εβδομάδα και να κρατάω τον μικρό τρεις συγκεκριμένες μέρες. Για τα υπόλοιπα θα κοιτάξει μήπως τη βοηθήσει μια κοπέλα από τη γειτονιά ή αν δικαιούται κάποια διευκόλυνση μέσω του δήμου. Δεν λύθηκαν όλα. Ακόμα στραβώνει όταν δεν μπορώ, κι εγώ ακόμα νιώθω ενοχές όταν τον αποχαιρετώ.
Αλλά δεν θέλω η αγάπη μου να μετριέται μόνο από το πόσο διαθέσιμη είμαι. Μήπως άργησα να βάλω όρια ή μήπως, όταν βοηθάς την οικογένειά σου, πρέπει απλώς να μη λογαριάζεις τον εαυτό σου;