«Δεν θα πας στη δουλειά σήμερα» μου είπε ο άντρας μου, κι εκεί κατάλαβα πόσο είχα χαθεί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι

«Δεν θα πας στη δουλειά σήμερα. Θα έρθει η μητέρα μου για τον πατέρα μου και πρέπει να είσαι εδώ», μου είπε ο άντρας μου, ενώ εγώ φορούσα ήδη το μπουφάν μου.

Τον κοίταξα και για λίγα δευτερόλεπτα δεν απάντησα. Δούλευα τέσσερις ώρες το πρωί σε φούρνο στη Νέα Ιωνία, με ένσημα, όχι κάτι σπουδαίο, αλλά ήταν η πρώτη δουλειά που είχα πιάσει μετά από χρόνια. Είχα πει στη συνάδελφο ότι θα ανοίξω εγώ.

«Δεν μπορώ να μην πάω έτσι», του είπα. «Δεν είναι δικό μου θέμα σήμερα ο πεθερός σου. Υπάρχει η αδελφή σου, υπάρχει κι εσύ.»

«Εγώ έχω μεροκάματο. Και η αδελφή μου έχει τα παιδιά. Εσύ τι θα χάσεις;»

Αυτό το “εσύ τι θα χάσεις” με χτύπησε πιο πολύ απ’ όσο περίμενα. Γιατί, αν είμαι ειλικρινής, έτσι το είχα μάθει κι εγώ να το σκέφτομαι. Η δική μου δουλειά ήταν πάντα η πιο εύκολη να ακυρωθεί. Όταν αρρώσταινε η κόρη μας, όταν η πεθερά μου ήθελε εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας, όταν ο πεθερός μου γύρισε από το νοσοκομείο και χρειαζόταν κάποιον στο σπίτι.

Τελικά πήγα στη δουλειά εκείνη τη μέρα. Όχι επειδή έγινα ξαφνικά θαρραλέα. Απλώς είπα «θα αργήσω» και βγήκα πριν αρχίσω να κλαίω. Όλη τη διαδρομή με το λεωφορείο σκεφτόμουν τι θα βρω όταν γυρίσω.

Το απόγευμα δεν μιλούσαμε. Εκείνος έλεγε πως τον εξέθεσα στους δικούς του. Η πεθερά μου είπε στο τηλέφωνο: «Δεν ζητάμε πολλά, παιδί μου. Μια βοήθεια θέλουμε, οικογένεια είμαστε.» Και είχε δίκιο, με έναν τρόπο. Ο πεθερός μου δεν περπατούσε καλά μετά το εγκεφαλικό και η πεθερά μου είχε εξαντληθεί.

Αλλά κι εγώ είχα αρχίσει να εξαντλούμαι, απλώς κανείς δεν το έβλεπε.

Δυο μέρες μετά πήγα στην τράπεζα, γιατί ήθελα να δω γιατί ο λογαριασμός μας ήταν τόσο χαμηλά. Ο μισθός μου έμπαινε εκεί, μαζί με του άντρα μου. Εγώ ποτέ δεν κοιτούσα αναλυτικά. Είχα αφήσει εκείνον να χειρίζεται τις πληρωμές, επειδή «τα ξέρει καλύτερα». Μεγαλύτερο λάθος δεν μπορούσα να κάνω.

Είδα μεταφορές χρημάτων σε έναν λογαριασμό που δεν γνώριζα. Δεν ήταν τεράστια ποσά, αλλά σχεδόν κάθε μήνα έφευγαν 150 ή 200 ευρώ. Όταν τον ρώτησα, μου είπε αρχικά πως ήταν για λογαριασμούς. Μετά παραδέχτηκε ότι βοηθούσε τον αδελφό του, που είχε μείνει πίσω σε δόση δανείου.

«Και γιατί δεν μου το είπες;» του είπα.

«Γιατί θα έκανες θέμα.»

«Είναι και δικά μου λεφτά.»

«Ε, δικά μας είναι. Ο αδελφός μου θα έχανε το σπίτι του.»

Δεν είπα ότι δεν έπρεπε να τον βοηθήσει. Κι εγώ στη θέση του ίσως να βοηθούσα. Αυτό που με έπνιγε ήταν ότι για τη δική του οικογένεια υπήρχε πάντα χώρος στον προϋπολογισμό, ενώ για μένα δεν υπήρχε ούτε η άδεια να κρατήσω μια δουλειά τεσσάρων ωρών.

Του θύμισα πως πριν από δύο μήνες είχα ζητήσει να κάνω ένα σεμινάριο του ΔΥΠΑ για να μπορώ να βρω κάτι καλύτερο. Μου είχε πει ότι δεν βγαίνουν τα λεφτά και ότι «τώρα δεν είναι εποχή για τέτοια». Τελικά τα λεφτά έβγαιναν, απλώς δεν αποφάσιζα εγώ πού θα πάνε.

Δεν είμαι αθώα σε αυτό. Εγώ δέχτηκα να μπαίνουν όλα σε κοινό λογαριασμό. Εγώ έλεγα “άστο, μην τσακωνόμαστε” κάθε φορά που κάτι με πείραζε. Επίσης, για μήνες δεν του έλεγα πόσο θυμό είχα μαζέψει. Έκανα ότι καταλαβαινω τις δυσκολίες του, μέχρι που άρχισα να μην καταλαβαίνω καθόλου τι θέλω εγώ.

Η κουβέντα έγινε άσχημη. Μου είπε ότι τον παρουσιάζω σαν άνθρωπο που με κρατάει φυλακισμένη. Του είπα ότι δεν χρειάζεται να κλειδώσεις μια πόρτα για να κάνεις κάποιον να νιώθει φυλακισμένος. Μετά το μετάνιωσα, γιατί τον είδα να πληγώνεται. Δεν είναι άνθρωπος που δεν κάνει τίποτα για μας. Δουλεύει πολύ, έχει άγχος με τα χρέη και νιώθει ότι πρέπει να στηρίζει τους πάντες.

Αλλά εγώ δεν μπορώ άλλο να είμαι η “λύση” για κάθε κενό που αφήνουν οι άλλοι.

Ανοίξα δικό μου λογαριασμό και έβαλα εκεί τον μισθό μου. Συμφωνήσαμε να δίνω συγκεκριμένο ποσό για το σπίτι και να βλέπουμε μαζί τα έξοδα. Δεν ήταν εύκολο. Η πεθερά μου ακόμα με παίρνει και υπονοεί ότι έχω αλλάξει. Ο άντρας μου κάποιες φορές μου λέει ειρωνικά «ρώτα την τράπεζά σου πρώτα». Κι εγώ ακόμη φοβάμαι τη σύγκρουση και νιώθω συγνώμη όταν λέω όχι.

Δεν έφυγα από το σπίτι, ούτε λύθηκαν όλα. Αλλά συνέχισα τη δουλειά και γράφτηκα στο σεμινάριο. Είναι μικρά πράγματα, όμως για μένα είναι σαν να ξαναπιάνω λίγο χώρο.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν αυτό είναι αρκετό ή αν απλώς έμαθα να αναπνέω λίγο καλύτερα μέσα στο ίδιο πιεστικό περιβάλλον. Εσείς τι πιστεύετε; Είναι η μισή ελευθερία ένα πρώτο βήμα ή ένας τρόπος να συνηθίζεις σε κάτι που δεν αλλάζει πραγματικα;