«Έλα μωρέ, οικογένεια είναι»: Όταν η μητέρα και ο αδελφός του μπήκαν τόσο πολύ στο σπίτι τους, που ο γάμος του άρχισε να ασφυκτιά
Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς το σπίτι μας έπαψε να είναι δικό μας.
Μένουμε με τη γυναίκα μου, τη Μαρίνα, σε ένα δυάρι στην Καλλιθέα. Δεν είναι μεγάλο, αλλά μας άρεσε από την πρώτη μέρα. Έχουμε ένα μικρό μπαλκόνι που βλέπει σε πολυκατοικίες, μια κουζίνα που χωράει ίσα ίσα δύο ανθρώπους και ένα τραπέζι που το πήραμε μεταχειρισμένο από μια κυρία στον Νέο Κόσμο. Για εμάς ήταν αρχή. Είχαμε παντρευτεί έξι μήνες πριν μετακομίσουμε εκεί.
Η μητέρα μου μένει σχετικά κοντά, στον Ταύρο. Ο αδελφός μου, ο Πέτρος, τότε ήταν χωρισμένος και έμενε πάλι μαζί της. Από μικρός είχα μάθει ότι η μάνα μου είναι άνθρωπος που βοηθάει. Στην πράξη, όμως, το «βοηθάω» για εκείνη σήμαινε πως έπρεπε να ξέρει τα πάντα.
Στην αρχή δεν μου φαινόταν πρόβλημα. Ερχόταν με ταπεράκια, σπανακόπιτες, γεμιστά, κανένα καθαρό σεντόνι που είχε βρει σε προσφορά. Ο Πέτρος συνήθως ερχόταν μαζί της, γιατί «περνούσε από τη γειτονιά». Ποτέ δεν περνούσε πραγματικά από τη γειτονιά, αλλά δεν το σκεφτόμουν.
Χτυπούσε το κουδούνι και άκουγα τη μάνα μου να λέει:
«Άνοιξε, παιδί μου, εμείς είμαστε. Σου έφερα φαγητό, μην παραγγέλνετε πάλι σαβούρες.»
Και γελούσα.
Η Μαρίνα χαμογελούσε κι εκείνη, αλλά πιο σφιχτά. Τότε δεν το πρόσεχα. Ή ίσως το πρόσεχα και έκανα πως δεν το πρόσεχα.
Μετά άρχισαν οι μικρές παρατηρήσεις. Γιατί δεν έχουμε χαλί στο σαλόνι. Γιατί η Μαρίνα γυρίζει αργά από τη δουλειά της στο φροντιστήριο. Γιατί εγώ τρώω συχνά απ’ έξω. Γιατί δεν έχουμε βάλει ακόμη στην άκρη λεφτά για παιδί, λες και αυτό ήταν θέμα που το ανοίγαμε όλοι μαζί στο τραπέζι της Κυριακής.
Ο Πέτρος ήταν χειρότερος με έναν πιο ύπουλο τρόπο. Δεν έλεγε πολλά μπροστά μου. Περίμενε να πάω μέχρι το περίπτερο ή να κάνω ένα ντους και μετά πετούσε κάτι στη Μαρίνα.
«Εσύ τουλάχιστον κοίτα να τον βάλεις σε πρόγραμμα, γιατί ο Μάνος είναι χύμα από μικρός.»
Ή:
«Καλά, τόσα λεφτά δίνετε για νοίκι; Θα μπορούσατε να μένετε με τη μάνα μέχρι να μαζευτείτε.»
Η Μαρίνα μου τα έλεγε το βράδυ. Όχι όλα μαζί. Στην αρχή σαν να μην ήθελε να με φορτώσει.
«Ο Πέτρος είπε πάλι κάτι περίεργο σήμερα.»
Κι εγώ απαντούσα πάντα σχεδόν το ίδιο:
«Μην δίνεις σημασία. Έτσι μιλάει.»
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το “έτσι μιλάει” το έλεγα για όλους. Για τη μάνα μου, για τον αδελφό μου, για κάθε φορά που έμπαιναν σπίτι χωρίς να έχουν ρωτήσει. Σαν να ήταν φυσικό δικαίωμά τους επειδή είχαν ένα αντίγραφο κλειδιών για ώρα ανάγκης.
Ένα Σάββατο, γυρίσαμε από το σούπερ μάρκετ φορτωμένοι σακούλες και βρήκαμε τη μητέρα μου μέσα στην κουζίνα. Είχε ανοίξει τα ντουλάπια και τακτοποιούσε πράγματα.
«Παναγία μου, τι χάος είναι αυτό;» είπε. «Μαρίνα, δεν πειράζει, θα στα φτιάξω εγώ.»
Η Μαρίνα δεν μίλησε. Άφησε τις σακούλες κάτω, πήγε στο υπνοδωμάτιο και έκλεισε την πόρτα.
Θυμάμαι ότι είπα στη μάνα μου, κάπως ενοχλημένος:
«Μαμά, εντάξει, άσ’ το. Θα τα κάνουμε εμείς.»
Και εκείνη πληγώθηκε αμέσως.
«Καλά, να μην βοηθήσω ούτε το παιδί μου; Ξένη είμαι;»
Ο Πέτρος, που είχε εμφανιστεί πίσω της με καφέ στο χέρι, μου είπε:
«Μη γίνεσαι αγνώμων, ρε Μάνο. Η μάνα σου θέλει το καλό σας.»
Εγώ τότε έκανα το χειρότερο που μπορούσα. Δεν είπα τίποτα. Πήγα στη Μαρίνα και της ζήτησα να βγει έξω, να μη δώσει συνέχεια. Δεν της ζήτησα συγγνώμη. Της ζήτησα να κάνει υπομονή.
Λίγες εβδομάδες μετά, η Μαρίνα μου είπε ότι θα φύγει για μερικές μέρες στη φίλη της, τη Δέσποινα, στο Περιστέρι. Το είπε ήρεμα. Δεν φώναξε, δεν έκλαψε εκείνη την ώρα.
«Δεν θέλω να χωρίσουμε», μου είπε. «Αλλά δεν μπορώ να ζω σε σπίτι όπου νιώθω φιλοξενούμενη και όλοι οι άλλοι είναι οικογένειά σου. Κι εσύ δεν είσαι ποτέ με το μέρος μου, ούτε όταν έχεις άδικο ούτε όταν έχω δίκιο.»
Της είπα πως υπερέβαλλε. Το πιστεύω ακόμα ότι εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα και μίλησα αμυντικά. Το βράδυ, όμως, είδα ότι είχε πάρει λίγα ρούχα, το φορτιστή της, τα φάρμακά της για τον θυρεοειδή και το νεσεσέρ της. Αυτά τα πρακτικά πράγματα με χτύπησαν πιο πολύ από οποιαδήποτε απειλή.
Την επόμενη μέρα, η μάνα μου πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι θα περάσουν με τον Πέτρο για καφέ.
Τους περίμενα. Όχι επειδή ήθελα να έρθουν, αλλά γιατί για πρώτη φορά ήξερα ότι δεν γινόταν να το αποφύγω.
Μόλις μπήκαν, η μητέρα μου με ρώτησε πού είναι η Μαρίνα. Της είπα.
Ο Πέτρος σφύριξε ειρωνικά.
«Ε, άμα φεύγει με το παραμικρό, άσ’ την να φύγει.»
Κάτι μέσα μου γύρισε. Δεν ήταν η εξυπνάδα του. Ήταν ότι το είπε μέσα στο σπίτι μου, για τη γυναίκα μου, σαν να αποφάσιζε εκείνος αν αξίζει να μείνει ή όχι.
Τους είπα ότι δεν θα ξανάρθουν χωρίς να πάρουν πρώτα τηλέφωνο και να τους πούμε εμείς αν μας βολεύει. Τους είπα επίσης ότι δεν θα έχουν πια κλειδιά. Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει αμέσως. Μου είπε ότι με άλλαξε η Μαρίνα, ότι με απομάκρυνε από την οικογένειά μου.
«Όχι», της είπα. «Απλώς έπρεπε να το είχα κάνει εγώ από την αρχή.»
Δεν το είπα ωραία. Δεν το είπα ήρεμα. Ούτε θυμάμαι ακριβώς όλες τις κουβέντες. Θυμάμαι μόνο τη μάνα μου να αφήνει τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι και τον Πέτρο να λέει πως δεν θα με ξαναενοχλήσουν.
Και πράγματι, δεν με ξαναενόχλησαν.
Έχουν περάσει έντεκα μήνες. Η μητέρα μου δεν μου μιλάει. Ο Πέτρος με έχει βγάλει από παντού, λες και του έκανα κάτι ανεπανόρθωτο. Στις γιορτές έστειλα μήνυμα, χωρίς απάντηση. Στα γενέθλια της μάνας μου έστειλα λουλούδια. Ο ανθοπώλης μού είπε ότι τα παρέλαβε, αλλά ούτε ένα «ευχαριστώ» δεν ήρθε.
Η Μαρίνα γύρισε σπίτι μετά από τέσσερις μέρες. Δεν έγιναν όλα μαγικά καλύτερα. Για καιρό περίμενε ότι θα υποχωρήσω, κι εγώ περίμενα μήπως με πάρει η μάνα μου και τα ξαναβρούμε σαν να μη συνέβη τίποτα. Δεν έγινε.
Τώρα, πριν ανοίξουμε σε οποιονδήποτε την πόρτα, κοιταζόμαστε πρώτα. Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά για εμάς δεν είναι. Κι όταν χτυπάει το κουδούνι απροειδοποίητα, ακόμη σφίγγομαι λίγο.
Η Μαρίνα φτιάχνει καφέ στην κουζίνα και μερικές φορές μου λέει απλώς: «Δεν χρειάζεται να ανοίξεις, αν δεν περιμένεις κανέναν.»
Και τελευταία, αρχίζω επιτέλους να το πιστεύω.