«Γιατί να δώσω τα πάντα, αν στο τέλος μένω μόνη;»
«Πάλι δεν θα έρθεις, Μαρία;» Η φωνή μου τρέμει, προσπαθώ να την κρατήσω σταθερή, αλλά η κόρη μου στην άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται βιαστική. «Μαμά, έχω δουλειά, τα παιδιά έχουν φροντιστήριο, ο Γιάννης είναι κουρασμένος… Θα τα πούμε την Κυριακή, εντάξει;»
Κλείνω το τηλέφωνο και μένω να κοιτάζω το μικρό μου σαλόνι. Πόσο διαφορετικά ήταν όλα πριν λίγα χρόνια… Τότε που το μεγάλο μας σπίτι στη Νέα Σμύρνη γέμιζε φωνές, γέλια, μυρωδιές από φαγητό. Τότε που ο άντρας μου, ο Κώστας, ζούσε ακόμα και τα παιδιά έτρεχαν από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τώρα, στα 66 μου, ζω μόνη σε ένα δυαράκι στον Κορυδαλλό. Το αντάλλαξα για να βοηθήσω τα παιδιά μου να αγοράσουν τα δικά τους σπίτια. «Είναι καλύτερα έτσι», μου έλεγαν όλοι. «Θα είσαι πιο κοντά στα εγγόνια σου, θα έχεις λιγότερα έξοδα.»
Θυμάμαι τη μέρα που έδωσα τα κλειδιά του παλιού σπιτιού. Η Μαρία έκλαιγε, ο Πέτρος προσπαθούσε να φανεί δυνατός. Εγώ χαμογελούσα για να μην τους δείξω πόσο με πονούσε. «Όλα για εσάς», τους είπα. «Να έχετε το δικό σας κεραμίδι.»
Στην αρχή ερχόντουσαν συχνά. Τα εγγόνια μου γελούσαν, παίζαμε επιτραπέζια στο μικρό τραπέζι της κουζίνας. Ο Πέτρος έφερνε τυρόπιτες από τον φούρνο της γειτονιάς. Η Μαρία με ρωτούσε αν χρειάζομαι κάτι. Όμως σιγά σιγά οι επισκέψεις αραιώθηκαν. Πρώτα ήρθαν οι δικαιολογίες: «Έχουμε πολύ διάβασμα», «Ο μικρός είναι άρρωστος», «Η δουλειά δεν με αφήνει». Μετά ήρθε η σιωπή.
Κάθε μέρα ξυπνάω νωρίς, φτιάχνω καφέ και κάθομαι στο μπαλκόνι. Βλέπω τις γειτόνισσες να πηγαίνουν στη λαϊκή, ακούω τα παιδιά του διπλανού σχολείου να γελούν. Κάποιες φορές σκέφτομαι να πάρω τηλέφωνο τη Μαρία ή τον Πέτρο, αλλά φοβάμαι μήπως τους ενοχλήσω. Δεν θέλω να με θεωρούν βάρος.
Μια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Πέτρος. «Μάνα, μπορείς να κρατήσεις τον μικρό αύριο; Έχουμε δουλειά με τη Σοφία.» Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά – επιτέλους θα δω το εγγόνι μου! Ετοιμάζω το σπίτι, μαγειρεύω τα αγαπημένα του φαγητά, βάζω στην άκρη τα παλιά του παιχνίδια. Όταν έρχεται ο μικρός, κάθεται μπροστά στην τηλεόραση με το tablet του. Προσπαθώ να του μιλήσω, να τον κάνω να γελάσει όπως παλιά. «Γιαγιά, άσε με λίγο ήσυχο», μου λέει χωρίς να με κοιτάξει.
Το βράδυ, όταν ο Πέτρος έρχεται να τον πάρει, του λέω διστακτικά: «Πότε θα ξανάρθετε;» Εκείνος αποφεύγει το βλέμμα μου. «Θα δούμε, μάνα… Έχουμε πολλά στο κεφάλι μας.»
Περνούν οι εβδομάδες. Οι φίλες μου λένε να βγω μαζί τους για καφέ στην πλατεία Ελευθερίας. Δεν έχω διάθεση. Νιώθω πως δεν έχω τίποτα να πω – όλη μου η ζωή ήταν η οικογένειά μου. Τι νόημα έχει τώρα που δεν με χρειάζονται;
Μια μέρα συναντώ τυχαία τη γειτόνισσα από το παλιό μας σπίτι, την κυρία Δέσποινα. «Ελένη! Πώς είσαι; Σε βλέπω λίγο πεσμένη…» Της λέω την αλήθεια – ότι νιώθω μόνη, ότι τα παιδιά δεν έχουν χρόνο ούτε για ένα τηλεφώνημα. Εκείνη με κοιτάζει με κατανόηση: «Όλες μας έτσι νιώθουμε κάποια στιγμή… Τα παιδιά τρέχουν, οι καιροί δύσκολοι… Αλλά κι εμείς άνθρωποι είμαστε.»
Το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι τον Κώστα – αν ζούσε ακόμα, ίσως όλα να ήταν αλλιώς. Ίσως να είχαμε κρατήσει το σπίτι μας, ίσως τα παιδιά να ένιωθαν ακόμα πως έχουν ρίζες.
Μια Κυριακή αποφασίζω να πάρω πρωτοβουλία. Φτιάχνω γεμιστά – το αγαπημένο φαγητό της Μαρίας – και τηλεφωνώ στα παιδιά: «Έλατε για φαγητό σήμερα! Έχω κάνει όσα αγαπάτε.» Η Μαρία διστάζει: «Μαμά, έχουμε κανονίσει κάτι με τους φίλους των παιδιών…» Ο Πέτρος απαντάει: «Ίσως περάσουμε αργότερα.» Περιμένω όλη μέρα μπροστά στο παράθυρο. Κανείς δεν έρχεται.
Το βράδυ τρώω μόνη μου τα γεμιστά και σκέφτομαι πόσο εύκολα αλλάζουν όλα στη ζωή. Πόσο εύκολα γίνεσαι αόρατος για αυτούς που κάποτε ήταν όλος σου ο κόσμος.
Την επόμενη μέρα χτυπάει το κουδούνι. Είναι η κυρία Δέσποινα με μια σακούλα πορτοκάλια από το χωριό της. Κάθομαι μαζί της στην κουζίνα και μιλάμε για ώρες – για τα παλιά χρόνια, για τα παιδιά μας που μεγάλωσαν και ξέχασαν τις μανάδες τους.
«Ξέρεις τι σκέφτομαι καμιά φορά;» της λέω. «Ότι ίσως κάναμε λάθος που δώσαμε τα πάντα στα παιδιά μας χωρίς να κρατήσουμε τίποτα για εμάς.» Εκείνη χαμογελάει πικρά: «Έτσι μας μάθανε… Να θυσιαζόμαστε.»
Από εκείνη τη μέρα αρχίζω να βγαίνω περισσότερο έξω. Πηγαίνω στη λαϊκή, μιλάω με τις γειτόνισσες, γράφομαι σε μια λέσχη ανάγνωσης στη βιβλιοθήκη του δήμου. Σιγά σιγά νιώθω πως ξαναβρίσκω τον εαυτό μου – όχι ως μητέρα ή γιαγιά, αλλά ως Ελένη.
Τα παιδιά εξακολουθούν να μην έχουν χρόνο για μένα. Μερικές φορές παίρνουν τηλέφωνο από υποχρέωση – πέντε λεπτά κουβέντα και μετά πάλι σιωπή.
Αλλά τώρα ξέρω πως δεν φταίω εγώ που μεγάλωσαν και άλλαξαν προτεραιότητες. Ίσως φταίει η εποχή, ίσως η κοινωνία που μας έμαθε πως η αξία μας μετριέται μόνο μέσα από τις θυσίες μας.
Αναρωτιέμαι: Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα έκανα τα ίδια; Θα θυσίαζα ξανά το σπίτι μου και τα όνειρά μου για χάρη των παιδιών; Ή μήπως ήρθε η ώρα να ζήσω κι εγώ για μένα;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πόσα αξίζει τελικά μια θυσία όταν στο τέλος μένεις μόνος;