«Στα 30 μου έκλεισα την πόρτα στους συγγενείς μου» — Το όριο που έσωσε την ηρεμία μου αλλά διέλυσε την οικογένεια
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑΣ
Το βράδυ των 30ών γενεθλίων μου δεν άνοιξα την πόρτα. Το κουδούνι χτυπούσε συνεχόμενα, το κινητό μου επίσης, και εγώ καθόμουν στην κουζίνα με τις φίλες μου και έτρεμαν τα χέρια μου, αλλά δεν άνοιξα.
Δεν μιλάμε για κάποιον άγνωστο. Μιλάμε για συγγενείς μου που εδώ και χρόνια μπαίνουν σε κάθε οικογενειακή στιγμή χωρίς να ρωτήσουν, χωρίς πρόσκληση, χωρίς καν να σκεφτούν αν θέλουμε να είμαστε μαζί τους. Η θεία μου φέρνει μαζί της όποιον βρει, ο ξάδελφός μου πίνει, κάνει φασαρία και στο τέλος πάντα κάτι γίνεται, η άλλη μου θεία σχολιάζει τους πάντες, από τα κιλά μέχρι το σπίτι και το φαγητό. Και μετά εγώ πρέπει να χαμογελάω, επειδή είμαστε συγγένεια και μην κάνουμε θέμα.
Μένω Αθήνα, δουλεύω πολλές ώρες, και το μόνο που ήθελα φέτος ήταν ένα μικρό τραπέζι σπίτι μου με 8 άτομα που αγαπάω. Το είχα πει καθαρά στη μητέρα μου. Της είπα να μην το κάνει οικογενειακό, να μην αρχίσουν τα τηλέφωνα, να μη γίνει πάλι πανηγύρι. Μου είπε ναι, ναι, εντάξει. Τελικά κάποιος τους ενημέρωσε όλους. Και δεν ήρθαν απλώς να πουν χρόνια πολλά. Ήρθαν σαν να ήταν αυτονόητο ότι θα μπουν.
Όταν είδα από το ματάκι ποιοι ήταν, κατάλαβα αμέσως ότι αν ανοίξω, θα καταλήξω πάλι να μαζεύω ποτήρια, να ακούω ειρωνείες και να απολογούμαι για τη διάθεσή μου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Έστειλα μήνυμα ότι απόψε δεν θα ανέβει κανείς και εύχομαι να το σεβαστούν. Έγινε χαμός. Η μητέρα μου έκλαιγε στο τηλέφωνο ότι την εξέθεσα. Ο πατέρας μου είπε ότι τέτοια πράγματα δεν γίνονται, ειδικά σε συγγενείς. Από τότε έχουν περάσει δύο μήνες και υπάρχει παγωνιά. Σε ένα κυριακάτικο τραπέζι πήγα και ήταν όλοι λες και είχα κάνει κάτι ντροπιαστικό.
Ξέρω ότι το έκανα από ανάγκη, όχι από κακία. Αλλά με τρώει ότι ίσως το έκανα με τρόπο πολύ σκληρό και τώρα αυτό έμεινε, όχι όλα τα προηγούμενα χρόνια που κατάπινα. Θέλω να κρατήσω τα όριά μου, αλλά δεν θέλω και να κοπώ από την οικογένειά μου. Σε αυτή την περίπτωση ζητάω συγγνώμη για τον τρόπο ή αν το κάνω, είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν έπρεπε να κλείσω την πόρτα;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ
Το πιο ενδιαφέρον στη δική σου ιστορία δεν είναι ότι έκλεισες την πόρτα. Είναι ότι το είχες προειδοποιήσει πριν. Δεν έγινε μια σκηνή από το πουθενά, ούτε ξύπνησες εκείνο το βράδυ με διάθεση να προσβάλεις σόι. Είχες πει καθαρά τι θέλεις για το σπίτι σου και κάποιος το αγνόησε, μάλλον με τη βεβαιότητα ότι στο τέλος θα υποχωρήσεις όπως άλλες φορές.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Στην οικογένειά σου έχουν μάθει ότι η δική σου δυσφορία είναι διαχειρίσιμη, ενώ η δική τους ενόχληση πρέπει να αποφεύγεται πάση θυσία. Γι’ αυτό τώρα συζητιέται η «ντροπή» που ένιωσε η μητέρα σου και όχι το πολύ απλό: ότι εσένα σε έστησαν μέσα στο σπίτι σου απέναντι σε κάτι που είχες αρνηθεί. Αυτό δεν είναι παρεξήγηση. Είναι παραβίαση, έστω και ντυμένη με οικογενειακή οικειότητα.
Από την άλλη, έχεις δίκιο σε κάτι που σε τρώει. Ο τρόπος μένει. Όταν ένας άνθρωπος φτάνει να βάλει όριο την τελευταία στιγμή, πάνω στο κουδούνι, το όριο ακούγεται πιο σκληρό απ’ όσο θα ήταν αν είχε μπει νωρίτερα και με συνέπεια. Δεν φταις που έφτασες εκεί, αλλά ναι, το σοκ του σκηνικού επισκίασε όσα είχαν προηγηθεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το όριο ήταν λάθος. Σημαίνει ότι τώρα πρέπει να ξεχωρίσεις δύο διαφορετικά πράγματα: τη σωστή απόφαση και τον οδυνηρό τρόπο που αναγκάστηκες να την επιβάλεις.
Εγώ δεν θα σου έλεγα να ζητήσεις συγγνώμη επειδή δεν άνοιξες. Θα σου έλεγα, αν θέλεις να σώσεις τη σχέση χωρίς να ακυρώσεις τον εαυτό σου, να πεις μία καθαρή φράση: λυπάμαι για την ένταση εκείνου του βραδιού, αλλά όχι για το ότι αποφάσισα ποιοι θα είναι καλεσμένοι στο σπίτι μου. Αυτή είναι συγγνώμη για τη σύγκρουση, όχι ανάκληση του ορίου.
Και κάτι ακόμη: η μεγάλη σιωπή των δύο μηνών είναι κι αυτή πίεση. Περιμένουν να γυρίσεις εσύ πρώτη σαν να έκανες παράπτωμα. Αν το κάνεις, κάν’ το μόνο με ξεκάθαρα λόγια. Όχι με μισόλογα, όχι με τραπέζια σαν να μην έγινε τίποτα. Γιατί τότε το μήνυμα θα είναι ότι αρκεί λίγη γκρίνια και ενοχή για να ξανανοίξει η πόρτα.
Μερικές οικογενειακές σχέσεις δεν χαλάνε επειδή μπαίνει όριο. Χαλάνε επειδή μέχρι τότε στηρίζονταν στο ότι όριο δεν υπήρχε.
ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΣΑΣ
Όταν ένα όριο μπαίνει αργά αλλά δικαιολογημένα, χρειάζεται συγγνώμη για τον τρόπο ή αυτό συνήθως γίνεται πάτημα για να αμφισβητηθεί το ίδιο το όριο;