Η πεθερά της έβαψε το σπίτι τους χωρίς άδεια — κι εκείνος της είπε πως «υπερβάλλει»
Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστός τρόπος να αντιδράσεις όταν ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου και νιώθεις ξένη μέσα σε αυτό.
Εγώ γύρισα εκείνο το απόγευμα από τη δουλειά, με το κεφάλι βαρύ και δυο σακούλες από το σούπερ μάρκετ στα χέρια. Δούλευα τότε σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο κέντρο, είχα φάει όλη μέρα με τηλέφωνα και τιμολόγια και το μόνο που ήθελα ήταν να βγάλω τα παπούτσια μου και να κάτσω στον καναπέ.
Μόλις ανέβηκα στον δεύτερο, μύρισα μπογιά πριν καν βάλω το κλειδί στην πόρτα.
Στην αρχή σκέφτηκα ότι βάφουν κάπου στην πολυκατοικία. Μετά μπήκα μέσα και πάγωσα.
Το σαλόνι μας, που ήταν σε ένα ήρεμο γκριζοπράσινο χρώμα, ήταν πια ένα κιτρινωπό μπεζ. Όχι απλώς μπεζ. Εκείνο το βαρύ, θαμπό μπεζ που έβλεπες σε παλιές δημόσιες υπηρεσίες. Ο ένας τοίχος είχε γίνει σκούρο καφέ. Στο πάτωμα υπήρχαν νάιλον, κουβάδες, ρολά και δυο μισοτελειωμένοι καφέδες.
Η πεθερά μου, η κυρία Μαρία, στεκόταν πάνω σε ένα σκαμπό και περνούσε το τελευταίο χέρι κοντά στο παράθυρο.
Με είδε και χαμογέλασε σαν να μου είχε ετοιμάσει έκπληξη γενεθλίων.
«Επιτέλους ήρθες. Μην πατάς εδώ, είναι νωπό. Κοίτα τι ωραία που άνοιξε ο χώρος.»
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησα. Δεν ήξερα τι να κοιτάξω πρώτα. Τον καναπέ μας σπρωγμένο στη μέση του δωματίου, τις κουρτίνες δεμένες πρόχειρα, μια σταγόνα μπογιάς πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι που είχαμε πάρει όταν πρωτομετακομίσαμε ή εκείνη, που συνέχιζε να μιλάει.
«Αυτό το γκρι που είχατε ήταν πολύ καταθλιπτικό, παιδί μου. Σαν υπόγειο ήταν. Και το υπνοδωμάτιο το έκανα ένα απαλό ροζ, να γλυκάνει λίγο.»
Άφησα τις σακούλες κάτω τόσο απότομα που έσπασε ένα γιαούρτι.
Το υπνοδωμάτιο.
Πήγα μέσα χωρίς να πω τίποτα. Οι τοίχοι που είχαμε βάψει πριν από τρία χρόνια μαζί με τον Νίκο, ένα βαθύ μπλε που εμένα με ηρεμούσε, είχαν γίνει ροζ-σομόν. Υπήρχαν πινελιές και στο περβάζι. Η ντουλάπα ήταν ανοιχτή, τα ρούχα μου σκεπασμένα με σεντόνια.
Δεν είχα δώσει κλειδί στην πεθερά μου για να κάνει ό,τι θέλει. Της το είχαμε δώσει για ώρα ανάγκης. Αν λείπαμε και συνέβαινε κάτι, αν χρειαζόταν να μπει για τον θερμοσίφωνα, δεν ξέρω. Κάτι τέτοιο. Όχι για να αποφασίσει ότι το σπίτι μας χρειάζεται ανακαίνιση επειδή εκείνη δεν της άρεσαν τα χρώματα.
Της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα:
«Κυρία Μαρία, ποιος σας είπε να το κάνετε αυτό;»
Γύρισε και με κοίταξε λες και την πρόσβαλα.
«Κανείς, αλλά έβλεπα ότι το είχατε ανάγκη. Ο Νίκος όλο έλεγε ότι δεν προλαβαίνετε. Και βρήκα έναν γνωστό μου ελαιοχρωματιστή, μου έκανε καλή τιμή. Εγώ απλώς βοήθησα.»
«Δεν θέλαμε να βαφτεί το σπίτι. Και σίγουρα δεν θέλαμε να διαλέξετε εσείς τα χρώματα.»
Εκεί άλλαξε το πρόσωπό της. Όχι πολύ. Απλώς έσφιξε τα χείλη της.
«Αχ, Ελένη, μην κάνεις έτσι. Να πεις κι ένα ευχαριστώ. Δύο μέρες τρέχω εδώ μέσα.»
Ο Νίκος ήρθε περίπου μία ώρα μετά. Ήξερε. Αυτό το κατάλαβα πριν καν το παραδεχτεί. Δεν έκανε την παραμικρή έκπληξη όταν είδε τους τοίχους. Άφησε τα κλειδιά του, κοίταξε γύρω και είπε στη μητέρα του:
«Καλά βγήκε τελικά.»
Τον τράβηξα στην κουζίνα. Η φωνή μου έτρεμε, και νομίζω αυτό τον έκανε να εκνευριστεί περισσότερο, γιατί πάντα έλεγε πως όταν φορτίζομαι δεν μπορούμε να μιλήσουμε λογικά.
«Το ήξερες;» τον ρώτησα.
«Μου το είχε πει σαν ιδέα. Δεν νόμιζα ότι θα σε πείραζε τόσο.»
«Μπήκε στο σπίτι μας, άνοιξε την κρεβατοκάμαρά μας, μετακίνησε πράγματά μας και έβαψε τους τοίχους. Χωρίς να με ρωτήσει.»
«Μας έκανε μια εξυπηρέτηση. Δεν το έκανε από κακία.»
«Δεν λέω ότι το έκανε από κακία. Λέω ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα.»
Τότε μου είπε τη φράση που, όσο κι αν προσπάθησα μετά να τη ξεχάσω, μου έμεινε μέσα μου:
«Είναι η μάνα μου, Ελένη. Δεν μπορώ να της πω να μην ασχολείται με τη ζωή μας.»
Του είπα πως δεν του ζήτησα να τσακωθεί μαζί της. Του ζήτησα να της πει ότι δεν μπαίνει σπίτι μας και δεν παίρνει αποφάσεις για εμάς. Μου απάντησε ότι υπερβάλλω για τέσσερις τοίχους.
Και ίσως, αν ήταν μόνο οι τέσσερις τοίχοι, να το κατάπινα. Αλλά δεν ήταν.
Ήταν που η μητέρα του ερχόταν κάθε Κυριακή χωρίς να ρωτήσει, με τα τάπερ και τις παρατηρήσεις της. Ήταν που έλεγε μπροστά του ότι «η Ελένη δεν είναι πολύ του σπιτιού», επειδή δεν σιδερώνω πετσέτες. Ήταν που ο Νίκος γελούσε αμήχανα ή άλλαζε κουβέντα, ποτέ όμως δεν έλεγε «φτάνει». Κι εγώ, για να μη χαλάσει η ηρεμία, έκανα πως δεν με νοιάζει.
Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε σε διαφορετικά δωμάτια. Βασικά εγώ δεν κοιμήθηκα. Καθόμουν στο σαλόνι, με τη μυρωδιά της μπογιάς να με πνίγει, και κοιτούσα τον καφέ τοίχο. Σκεφτόμουν πόσο παράξενο ήταν που εκείνος πίστευε ότι το πρόβλημα ήταν η αισθητική μου.
Τις επόμενες μέρες δεν μιλήσαμε πολύ. Η πεθερά μου πήρε τηλέφωνο δύο φορές. Δεν απάντησα. Ο Νίκος είπε ότι την έκανα να κλαίει και ότι έπρεπε να την πάρω να τη διαβεβαιώσω πως δεν κρατάω κακία. Του είπα ότι πρώτα έπρεπε εκείνη να καταλάβει τι έκανε. Εκείνος είπε πως ζητάω συγγνώμες και δράματα για κάτι που δεν αξίζει.
Την Παρασκευή πήγα στη φίλη μου τη Δήμητρα με μια βαλίτσα. Της είπα ότι θα μείνω δυο-τρεις μέρες, μέχρι να ηρεμήσω. Δεν έφυγα με φωνές. Ο Νίκος ήταν στη δουλειά. Του άφησα ένα μήνυμα ότι χρειάζομαι χώρο.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Μετά ένας μήνας.
Στην αρχή μιλούσαμε για πρακτικά θέματα: λογαριασμούς, το αυτοκίνητο, κάτι χαρτιά από την τράπεζα. Μια φορά μου είπε ότι η μητέρα του προσφέρθηκε να ξαναβάψει το υπνοδωμάτιο σε ό,τι χρώμα θέλω. Γέλασα, ενώ ήθελα να κλάψω. Δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Τελικά βρήκα ένα μικρό δυάρι στην Καλλιθέα. Παλιό, με στενή κουζίνα και μπαλκόνι που βλέπει σε απέναντι πολυκατοικία. Δίνω περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα σε νοίκι και ακόμα μετράω τα χρήματα στο τέλος του μήνα. Κάποιες νύχτες μου λείπει ο Νίκος τόσο πολύ που σκέφτομαι να πάρω ταξί και να πάω απ’ έξω από το παλιό μας σπίτι.
Αλλά μετά θυμάμαι ότι δεν ήταν πια ακριβώς δικό μας σπίτι.
Πριν λίγες μέρες μου έστειλε μήνυμα ότι θέλει να μιλήσουμε σοβαρά. Δεν απάντησα αμέσως. Έβαλα ένα ράφι στον καινούργιο τοίχο του σαλονιού μου, στραβά στην πρώτη προσπάθεια, και μετά κάθισα στο πάτωμα με το κινητό στο χέρι.
Δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι θα του πω. Προς το παρόν, απλώς κοιτάζω τους λευκούς τοίχους και αναπνέω.