«Ή φεύγει από το διαμέρισμα ή σταματάς να μας λες ότι φταίμε εμείς» — πώς μια βοήθεια με άφησε μόνη στην πολυκατοικία
«Ή φεύγει από το διαμέρισμα ή σταματάς να μας λες ότι φταίμε εμείς», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει η κόρη μας από το διπλανό δωμάτιο.
Τον κοίταξα και του είπα: «Δηλαδή να πετάξω μια γυναίκα με παιδί στον δρόμο; Αυτό μου ζητάς;»
«Όχι. Σου ζητάω να μη μας πετάξεις εμάς έξω από τη ζωή μας για μια απόφαση που πήρες μόνη σου.»
Το διαμέρισμα είναι στον Κορυδαλλό, δύο δρόμους από το πατρικό μου. Ήταν της μητέρας μου και, όταν πέθανε πριν από δυόμισι χρόνια, έμεινε σε εμένα και στην αδελφή μου. Μικρό δυάρι, παλιό, αλλά καθαρό. Η αδελφή μου μένει στο Αιγάλεω και είχαμε πει να το φτιάξουμε λίγο και να το νοικιάσουμε.
Στη δουλειά, σε ένα σούπερ μάρκετ στον Πειραιά, η Ράνια ήταν στο ταμείο. Δεν ήμασταν φίλες. Λέγαμε δυο κουβέντες στο διάλειμμα. Μια μέρα τη βρήκα να κλαίει πίσω από την αποθήκη. Της είχε κάνει έξωση ο ιδιοκτήτης, γιατί χρωστούσε δύο ενοίκια. Ο πρώην άντρας της είχε σταματήσει να δίνει διατροφή και εκείνη περίμενε χαρτιά από τη ΔΥΠΑ για μια σύμβαση που είχε τελειώσει.
«Θα πάω για λίγες μέρες στην αδελφή μου», μου είπε. «Αλλά είναι ήδη πέντε άτομα σε δυάρι.»
Της πρότεινα το σπίτι της μητέρας μου. Της είπα πως θα δίνει ό,τι μπορεί για ρεύμα και κοινόχρηστα, μέχρι να σταθεί. Δεν πήρα πρώτα τηλέφωνο ούτε την αδελφή μου ούτε τον άντρα μου. Σκέφτηκα ότι θα συμφωνούσαν όταν θα τους το εξηγούσα. Καταρχήν, είπα μέσα μου, για δύο μήνες θα είναι.
Η αδελφή μου εκνευρίστηκε, αλλά τελικά δεν είπε όχι. Ο άντρας μου είπε: «Αρκεί να υπάρχει ημερομηνία. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε στον αέρα.» Και είχε δίκιο. Εγώ όμως δεν ήθελα να πιέσω τη Ράνια από την πρώτη μέρα.
Στην αρχή όλα πήγαν καλά. Το παιδάκι της χαιρετούσε όλη την πολυκατοικία, εκείνη καθάρισε μόνη της το διαμέρισμα και μου άφηνε χρήματα σε έναν φάκελο, λιγότερα από όσα είχαμε πει αλλά κάτι ήταν κι αυτό.
Μετά άρχισαν τα σχόλια. Η κυρία από τον δεύτερο μου είπε στο ασανσέρ: «Δεν λέω, καλή η φιλανθρωπία, αλλά αυτά πρέπει να τα κάνεις αλλού, όχι μέσα στην πολυκατοικία.»
Της απάντησα απότομα: «Η Ράνια δεν είναι “αυτά”. Είναι άνθρωπος.»
Μου είπε ότι δεν εννοούσε αυτό, ότι απλώς το παιδί έκανε φασαρία αργά και ότι η Ράνια είχε αργήσει να πληρώσει κοινόχρηστα. Εγώ όμως είχα ήδη θυμώσει και δεν άκουσα τίποτα άλλο.
Λίγες μέρες μετά, η κόρη μου γύρισε από το σχολείο και μου είπε ότι δυο μητέρες από το γκρουπ της τάξης ρωτούσαν αν είναι αλήθεια πως «βάλαμε άγνωστους» στο σπίτι της γιαγιάς. Μία μάλιστα είπε μπροστά της πως τέτοιοι άνθρωποι «φέρνουν μπλεξίματα». Η κόρη μου δεν μου ζήτησε να τη διώξω. Μου είπε μόνο: «Μαμά, γιατί πρέπει όλοι να ξέρουν τι κάνουμε;»
Εκεί ένιωσα άσχημα, γιατί εγώ είχα πει την ιστορία σε δύο γειτόνισσες, δήθεν για να εξηγήσω. Ήθελα να με καταλάβουν, ίσως και να μου πουν μπράβο. Αντί να προστατεύσω τη Ράνια και το παιδί, τα έκανα θέμα στην πολυκατοικία.
Τον τρίτο μήνα, η Ράνια δεν έδωσε ούτε για ρεύμα. Δεν απαντούσε στα μηνύματά μου και εγώ άρχισα να σκέφτομαι όλα όσα έλεγαν οι άλλοι. Όταν τελικά πήγα σπίτι της, ήταν χλωμή και ντράπηκε να με κοιτάξει.
«Δεν σε κορόιδεψα», μου είπε. «Ο μικρός μπήκε στο Παίδων με κρίση άσθματος. Τα λεφτά πήγαν εκεί και στα φάρμακα. Ντρεπόμουν να στο πω γιατί ήδη μου κάνεις χάρη.»
Τότε καταλαβένω ότι ούτε εκείνη ήταν τόσο ανοιχτή όσο πίστευα, αλλά ούτε εγώ είχα φτιάξει χώρο για να μπορεί να μου πει την αλήθεια. Της μιλούσα συνέχεια σαν να έπρεπε να αποδείξει ότι αξίζει τη βοήθεια.
Πήγαμε μαζί στο Κέντρο Κοινότητας του Δήμου Κορυδαλλού, για να δει τι δικαιούται και αν μπορεί να μπει σε κάποια στήριξη για στέγαση. Δεν λύθηκαν όλα σε μια μέρα. Ούτε βρέθηκε ξαφνικά σπίτι.
Χθες καθίσαμε οι τρεις, εγώ, ο άντρας μου και η Ράνια. Βάλαμε συγκεκριμένη ημερομηνία, ένα μικρό ποσό κάθε μήνα και συμφωνήσαμε ότι, αν δεν μπορεί να το καλύψει, θα το λέει πριν χαθεί. Ο άντρας μου δεν ήταν ζεστός, αλλά είπε: «Θέλω να βοηθήσουμε, απλώς θέλω να ξέρω μέχρι πού αντέχουμε.»
Δεν ξέρω αν έκανα καλά από την αρχή. Μπορεί να ήθελα να βοηθήσω, αλλά μπορεί να ήθελα και να νιώσω καλύτερος άνθρωπος χωρίς να υπολογίσω τον άντρα μου, την αδελφή μου και την κόρη μου. Από την άλλη, δεν μπορώ να δεχτώ ότι η λύση σε κάθε δυσκολία είναι να κλείνουμε την πόρτα για να μη μας σχολιάσει η γειτονιά.
Εσείς τι θα κάνατε; Αξίζει το κόστος μιας καλής πράξης, όταν αρχίζεις να νιώθεις ότι μένεις μόνος απέναντι σε όλους;