«Δεν γίνεται να φύγεις τώρα, είναι η μάνα μου»: Όταν η φροντίδα της πεθεράς μου πήρε τη θέση της ζωής μου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι
«Δηλαδή θέλεις να πετάξω τη μάνα μου έξω;» μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει εκείνη από το σαλόνι.
Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο. Αυτό ακριβώς προσπαθούσα να του εξηγήσω, αλλά εκείνο το βράδυ δεν έβγαιναν οι λέξεις σωστά.
Η πεθερά μου μένει μαζί μας εδώ και οκτώ μήνες. Έπεσε στο μπάνιο του σπιτιού της στον Κορυδαλλό, έκανε κάταγμα στο ισχίο και μετά το νοσοκομείο χρειαζόταν άνθρωπο. Ο άντρας μου είπε από την πρώτη μέρα: «Μέχρι να γίνει καλά, θα έρθει σε μας. Τι άλλο να κάνουμε;»
Κι εγώ είπα ναι. Όχι μόνο επειδή τη συμπονάω. Ήταν πάντα σωστή μαζί μου, δεν είναι άνθρωπος που με έβρισε ή μου έκανε τη ζωή δύσκολη. Και, για να λέω την αλήθεια, ένιωθα και τύψεις. Έχει χάσει τον άντρα της χρόνια, ο γιος της είναι το βασικό της στήριγμα και η άλλη της κόρη δουλεύει σεζόν στη Ρόδο.
Μόνο που το «μέχρι να γίνει καλά» έγινε κάτι εντελώς αόριστο.
Στην αρχή κοιμόταν στο μικρό δωμάτιο που είχαμε σαν γραφείο. Δουλεύω από το σπίτι δύο μέρες την εβδομάδα για ένα λογιστικό γραφείο στο Αιγάλεω. Στην αρχή άνοιγα το λάπτοπ στην κουζίνα. Μετά άρχισαν οι φυσικοθεραπείες, τα φάρμακα, τα τηλέφωνα με τον ΕΟΠΥΥ, τα μαγειρέματα χωρίς αλάτι, οι εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας.
Ο άντρας μου βοηθάει, δεν μπορώ να πω ότι κάθεται. Πηγαίνει φαρμακείο, την πάει στους γιατρούς όταν μπορεί. Αλλά δουλεύει όλη μέρα σε συνεργείο και γυρίζει κουρασμένος. Έτσι, τα περισσότερα έμεναν πάνω μου. «Μόνο να της ζεστάνεις το φαγητό», «μόνο να δεις αν πήρε το χάπι», «μόνο να κάτσεις λίγο μαζί της γιατί βαριέται».
Αυτό το “μόνο” με έλιωσε.
Το χειρότερο δεν ήταν καν η δουλειά. Ήταν ότι δεν υπήρχε πια ένα μέρος να κλείσω την πόρτα και να μην με χρειάζεται κανείς. Ακόμα και στο υπνοδωμάτιο, αν μιλούσα με την αδελφή μου στο τηλέφωνο, άκουγα: «Κορίτσι μου, μπορείς να μου φέρεις λίγο νερό;» Και σηκωνόμουν. Πάντα σηκωνόμουν.
Μια μέρα γύρισα από το σούπερ μάρκετ και τη βρήκα να έχει βάλει τα δικά μου χαρτιά από το γραφείο σε σακούλες, για να χωρέσουν τα πράγματά της. Δεν το έκανε από κακία. Μου είπε: «Ε, παιδί μου, δεν ήξερα πού αλλού να τα βάλω». Αλλά εγώ έκλαψα στο μπάνιο σαν χαζή.
Δεν της είπα τίποτα τότε. Αυτό ήταν δικό μου λάθος. Μάζευα πράγματα, χαμογελούσα, έλεγα “εντάξει”. Περίμενα από τον άντρα μου να το δει μόνος του. Και εκείνος, λογικά ίσως, νόμιζε ότι αφού δεν μιλάω, αντέχω.
Πριν δύο εβδομάδες, η φυσικοθεραπεύτρια είπε ότι η πεθερά μου μπορεί να κινείται με Π και ότι χρειάζεται ακόμα βοήθεια, αλλά όχι απαραίτητα να μένει μαζί μας. Υπήρχε και η λύση για λίγες ώρες βοήθεια στο σπίτι μέσω του δήμου, ή να γυρίσει στο δικό της διαμέρισμα με πρόγραμμα. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω. Όμως υπήρχαν επιλογές.
Τότε το άνοιξα στον άντρα μου. Του είπα: «Δεν μπορώ άλλο έτσι. Θέλω να οργανώσουμε να γυρίσει σπίτι της, με βοήθεια. Ή να μοιραστεί η φροντίδα με την αδελφή σου όταν γυρίσει από τη σεζόν».
Με κοίταξε σαν να του είχα πει ότι θέλω να εγκαταλείψουμε άνθρωπο.
«Η μάνα μου φοβάται να μείνει μόνη. Και εσύ σκέφτεσαι το γραφείο σου;»
Του απάντησα άσχημα. Του είπα ότι δεν σκέφτεται τη μάνα του, σκέφτεται να μη χαλάσει ο ίδιος τη βολή του. Το μετάνιωσα αμέσως, γιατί τον είδα να παγώνει. Μου είπε ότι από τότε που έπεσε, φοβάται κάθε τηλεφώνημα, μήπως είναι πάλι από νοσοκομείο. Αυτό δεν το καταλαβένω πλήρως γιατί εγώ δεν έχω ζήσει αυτόν τον φόβο με τη δική μου μητέρα.
Μετά όμως έμαθα κάτι που με μπέρδεψε ακόμα περισσότερο. Η πεθερά μου έχει μια μικρή σύνταξη και λίγες οικονομίες που δεν μας είχε πει. Μπορεί να πληρώσει για κάποια βοήθεια, έστω λίγες ώρες. Ο άντρας μου το ήξερε. Δεν μου το είχε πει γιατί, όπως είπε, «ντρεπόταν να συζητάμε τα λεφτά της σαν να είναι βάρος».
Δεν είναι τα λεφτά το θέμα. Είναι ότι αποφάσισε μόνος του πως το σπίτι μας, ο χρόνος μου και η ηρεμία μου θα δοθούν χωρίς καν να με ρωτήσει πραγματικά.
Την επόμενη μέρα μίλησα και στην πεθερά μου. Με έπιασαν τύψεις, αλλά της είπα ήρεμα ότι δεν θέλω να φύγει επειδή δεν τη θέλω, απλώς δεν μπορώ να είμαι η βασική φροντίστριά της. Έκλαψε λίγο και μου είπε: «Νόμιζα ότι σε κουράζω, αλλά φοβόμουν να το παραδεχτώ. Φοβάμαι να γυρίσω μόνη μου».
Τελικά αποφάσισα να μην κάνω πίσω αυτή τη φορά. Βρήκαμε μια κυρία για τρεις ώρες τη μέρα και ο άντρας μου θα πηγαίνει μετά τη δουλειά του στο σπίτι της, μέχρι να νιώσει ασφαλής. Δεν λύθηκαν όλα. Εκείνος ακόμα μου κρατάει μια απόσταση, κι εγώ νιώθω άσχημα όταν τη βλέπω να μαζεύει τα πράγματά της.
Αλλά είχα φτάσει να μη νιώθω άνθρωπος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Και ίσως έφταιξα που άφησα τόσο καιρό να φαίνεται πως όλα είναι εντάξει.
Εσείς τι θα κάνατε; Πότε η υποχρέωση προς έναν δικό μας άνθρωπο γίνεται τόσο μεγάλη που αρχίζει να καταπίνει τη ζωή κάποιου άλλου;