«Δεν τη χτύπησα, απλώς της μίλησα αυστηρά» — Η στιγμή που κατάλαβα ότι το σπίτι μας δεν ήταν πια ασφαλές
«Μη μου ξαναμιλήσεις έτσι μπροστά στο παιδί», του είπα στην κουζίνα, ενώ η κόρη μας ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της και έκανε πως διαβάζει.
Γύρισε και με κοίταξε σαν να του είχα πει κάτι παράλογο.
«Τι της έκανα δηλαδή; Επειδή της είπα να μαζέψει το κινητό και να διαβάσει; Εσύ την έχεις κάνει να πιστεύει ότι όλα επιτρέπονται.»
Δεν ήταν μόνο αυτό που της είπε. Ήταν ο τρόπος. Είχε γυρίσει από τη δουλειά νευριασμένος, είχε βρει το πιάτο της στον νεροχύτη και το τετράδιο ανοιχτό στο τραπέζι. Άρχισε να φωνάζει ότι είναι ασυνεπής, ότι δεν σέβεται κανέναν, ότι «θα μάθει τι σημαίνει πρόγραμμα». Η κόρη μας είναι έντεκα χρονών. Δεν απάντησε, μόνο μάζεψε γρήγορα τα πράγματά της και έφυγε στο δωμάτιο.
Μετά από λίγο πήγα να της πω καληνύχτα. Τη βρήκα να κλαίει σιγά.
«Μαμά, αύριο θα είσαι σπίτι όταν γυρίσω;» με ρώτησε.
Της είπα ναι, αν και ήξερα ότι είχα απογευματινή βάρδια στο φαρμακείο στο Περιστέρι.
«Γιατί;» τη ρώτησα.
«Για να μην τον θυμώσω μόνη μου.»
Εκεινο το “μόνη μου” με έκοψε στα δύο. Κι όμως, δεν μπορώ να πω ότι έπεσα από τα σύννεφα. Εδώ και μήνες έβλεπα πράγματα που δεν ήθελα να δω. Τον τρόπο που χαμήλωνε η φωνή της όταν άκουγε κλειδί στην πόρτα. Που με ρωτούσε αν ο μπαμπάς της είναι κουρασμένος πριν του ζητήσει κάτι. Που έκρυβε έναν βαθμό 17, γιατί φοβόταν ότι θα ακούσει πως «μπορούσε καλύτερα».
Κι εγώ έλεγα από μέσα μου ότι είναι πιεσμένος. Η δουλειά του στην αποθήκη στον Ασπρόπυργο είχε μειώσει ώρες, είχαμε καθυστέρηση στο στεγαστικό, η μητέρα του είχε θέματα υγείας και έτρεχε συχνά στο Αττικόν. Δεν είναι εύκολο να βλέπεις τον άνθρωπό σου να γυρνάει κάθε μέρα πιο κλειστός και να μη θες να του δώσεις λίγο χώρο.
Μόνο που ο “χώρος” που του έδινα, τον πλήρωνε η κόρη μας.
Δεν ήμουν όμως άμοιρη ευθυνών. Πριν από δύο χρόνια, όταν εκείνος έλεγε ότι είμαι πολύ χαλαρή μαζί της, τον ακύρωνα μπροστά της. «Άστην, παιδί είναι», του έλεγα. Αντί να μιλήσουμε οι δυο μας ήρεμα και να συμφωνήσουμε σε κανόνες, εγώ την προστάτευα εκείνη την ώρα και μετά απομακρυνόμασταν περισσότερο. Εκείνος ένιωθε ότι τον βγάζω άχρηστο πατέρα. Εγώ ένιωθα ότι έπρεπε πάντα να είμαι σε επιφυλακή.
Την επόμενη μέρα του ζήτησα να μιλήσουμε χωρίς φωνές.
«Δεν σου λέω να μην βάζεις όρια», του είπα. «Σου λέω ότι φοβάται. Και αυτό δεν είναι πειθαρχία.»
«Εσύ τη ρώτησες τι της λέω;» απάντησε. «Ή αποφάσισες πάλι ότι είμαι το τέρας; Κι εγώ φοβάμαι, αλλά κανείς δεν το υπολογίζει. Φοβάμαι ότι θα μεγαλώσει και δεν θα μπορεί να σταθεί πουθενά.»
Για πρώτη φορά δεν θύμωσα αμέσως. Ήταν αλήθεια πως είχε μεγαλώσει σε σπίτι όπου ο πατέρας του δεν σήκωνε κουβέντα. Αλλά αυτό δεν έκανε το δικό του τρόπο σωστό.
Του είπα ότι θέλω να πάμε σε σύμβουλο οικογένειας, έστω στο Κέντρο Κοινότητας του δήμου μας, να μας κατευθύνουν. Γέλασε πικρά.
«Να πάμε να λέμε τα προσωπικά μας σε ξένους; Για να μου πουν ότι φταίω εγώ;»
«Δεν φταις μόνο εσύ», του είπα. «Αλλά εγώ δεν μπορώ άλλο να κάνω ότι δεν συμβαίνει τίποτα.»
Το ίδιο βράδυ άκουσα την κόρη μας να του λέει από το σαλόνι: «Μπαμπά, συγγνώμη που άφησα το ποτήρι.» Εκείνος πάγωσε. Της είπε πιο ήρεμα: «Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη για κάθε πράγμα.» Αλλά μετά κοίταξε εμένα, σαν να κατάλαβε επιτέλους τι είχε γίνει.
Δεν λύθηκαν όλα. Συμφώνησε να πάμε μια φορά να μιλήσουμε με ειδικό, αλλά ακόμα λέει ότι τον παρουσιάζω σαν κακό. Κι εγώ ακόμα αναρωτιέμαι αν άργησα πολύ, επειδή φοβόμουν τη μοναξιά, τα λεφτά, το τι θα πουν οι δικοί μας και το αν θα αντέξει η κόρη μας μια αλλαγή στο σπίτι.
Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω να μεγαλώσει πιστεύοντας πως η αγάπη σημαίνει να περπατάς στις μύτες για να μη θυμώσει κάποιος. Εσείς, σε ποιο σημείο η προσπάθεια να σωθεί μια σχέση γίνεται προδοσία της δικής μας ασφάλειας;