«Αν φύγεις τώρα, θα μας αφήσεις όλους ξεκρέμαστους» — Η στιγμή που κατάλαβα ότι είχα χαθεί μέσα στις ανάγκες της οικογένειάς μου
«Δηλαδή τι θες να κάνουμε; Να την αφήσουμε μόνη της;» μου είπε ο αδελφός μου μέσα στην κουζίνα της μητέρας μας, ενώ εκείνη ήταν στο διπλανό δωμάτιο και άκουγε την τηλεόραση δυνατά.
Του είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα: «Δεν είπα να την αφήσουμε. Είπα ότι δεν μπορώ να είμαι εγώ κάθε μέρα εδώ. Δεν μπορώ άλλο.»
Εδώ και ενάμιση χρόνο, από τότε που η μητέρα μου έπεσε στο μπάνιο και έκανε χειρουργείο στο ισχίο, η ζωή μου έγινε ένα πήγαινε-έλα. Δουλεύω σε λογιστικό γραφείο στον Πειραιά, μένω Νίκαια με τον άντρα μου και τη μικρή μας κόρη, και κάθε απόγευμα περνούσα από τη μητέρα μου στο Κερατσίνι. Ψώνια, φαγητό, φάρμακα, φυσικοθεραπείες, γιατροί στο Κέντρο Υγείας, λογαριασμοί, καθάρισμα.
Στην αρχή το έκανα χωρίς πολλή σκέψη. «Μάνα μου είναι», έλεγα. Και ο αδελφός μου βοηθούσε, απλώς λιγότερο. Έχει δικό του μαγαζί με ανταλλακτικά και έλεγε πως δεν μπορεί να κλείνει. Έχει κι εκείνος δυο παιδιά, το καταλάβαινα.
Μόνο που σιγά σιγά, το “λίγο παραπάνω εγώ” έγινε σχεδόν όλο εγώ.
Η κόρη μου άρχισε να με ρωτάει: «Μαμά, σήμερα θα φας μαζί μας ή θα πας πάλι στη γιαγιά;» Κι εγώ της έλεγα “θα γυρίσω γρήγορα”, ενώ ήξερα ότι θα μείνω μέχρι τις δέκα επειδή η μητέρα μου ήθελε να της τακτοποιήσω και τα συρτάρια ή να κάτσω να της κάνω παρέα.
Ο άντρας μου δεν μου έκανε σκηνές. Αυτό ίσως ήταν χειρότερο. Μια Κυριακή μού είπε μόνο: «Δεν θέλω να σε βάλω απέναντι στη μητέρα σου. Αλλά δεν είσαι ποτέ εδώ. Και όταν είσαι, είσαι κουρασμένη και θυμωμένη με όλους μας.»
Θύμωσα τότε. Του είπα ότι δεν καταλαβαίνει τι θα πει υποχρέωση. Τώρα βλέπω ότι το είπα επειδή ένιωσα πως είχε δίκιο.
Το λάθος μου ήταν ότι δεν μίλησα από νωρίς. Έκανα την δυνατή, έλεγα “άστο, θα το κάνω εγώ”, γιατί ήθελα και η μητέρα μου να νιώθει ασφαλής και ο αδελφός μου να μη φορτώνεται. Με βόλευε κιόλας να πιστεύω ότι μόνο εγώ τα κάνω σωστά. Ότι αν δεν πάω εγώ, δεν θα πάρει τα φάρμακά της στην ώρα τους, δεν θα φάει όπως πρέπει, δεν θα προσέξει τίποτα.
Και μετά άρχισα να κρατάω λογαριασμό μέσα μου. Πόσες φορές πήγα εγώ. Πόσες φορές δεν πήγε εκείνος. Πόσες σχολικές γιορτές έχασα, πόσες φορές ακύρωσα ένα καφέ, ακόμα και ένα διήμερο που είχαμε κανονίσει στην Αίγινα.
Την προηγούμενη εβδομάδα, η μητέρα μου μου ζήτησε να πάω μαζί της στο συμβολαιογράφο. Θέλει, λέει, να ρυθμίσει κάποια θέματα με το σπίτι. Της είπα ότι εκείνη τη μέρα είχα κλείσει άδεια για να πάω στη γιορτή της κόρης μου στο σχολείο.
Με κοίταξε και είπε: «Ε, η γιορτή θα ξαναγίνει του χρόνου. Αυτά δεν περιμένουν.»
Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί λύγισα. Της είπα: «Και η ζωή μου πότε θα περιμένει λιγότερο από τη δική σου;»
Έβαλε τα κλάματα. Εγώ έφυγα και έκλαιγα κι εγώ στο αυτοκίνητο. Δεν είμαι περήφανη γι’ αυτό. Η μητέρα μου δεν είναι καλά, φοβάται μην εξαρτάται από ξένους, φοβάται ότι θα μείνει μόνη. Αλλά κι εγώ φοβάμαι ότι σε λίγο δεν θα μου μείνει τίποτα δικό μου.
Μετά πήρα τον αδελφό μου και του είπα ότι πρέπει να βρούμε βοήθεια, έστω για δύο απογεύματα την εβδομάδα. Να βάζουμε και οι δύο χρήματα για μια κυρία να περνάει, ή να οργανώσουμε πρόγραμμα κανονικό. Εκεί έγινε ο καβγάς.
«Εσύ θες να ξεμπερδεύεις», μου είπε.
Του απάντησα: «Όχι. Θέλω να μη διαλυθώ.»
Τότε μου είπε κάτι που δεν περίμενα. Ότι τους τελευταίους μήνες έχει πληρώσει εκείνος αρκετά από τα φάρμακα και τις εξετάσεις της μητέρας μας, χωρίς να μου το λέει, γιατί εγώ είχα αρχίσει να λέω ότι “τα αναλαμβάνω όλα” και δεν ήθελε άλλη ένταση. Δεν μου ζήτησε ποτέ λεφτά. Εγώ υπέθετα ότι δεν τον νοιάζει.
Δεν σημαίνει ότι ξαφνικά λύθηκαν όλα. Του είπα πως τα χρήματα δεν είναι το μόνο θέμα και συμφώνησε, κάπως απρόθυμα, να ψάξουμε άνθρωπο για βοήθεια. Η μητέρα μου ακόμα είναι ψυχρή μαζί μου. Μου μιλάει, αλλά καταλαβαίνω ότι την πλήγωσε αυτό που είπα.
Κι εγώ νιώθω ενοχές. Αλλά νιώθω και ανακούφιση που, για πρώτη φορά, δεν είπα αμέσως “εντάξει, θα το κάνω εγώ”.
Ίσως άργησα πολύ να βάλω όριο και το έκανα με άσχημο τρόπο. Αλλά όταν η στήριξη προς την οικογένεια σε κάνει να εξαφανίζεσαι, είναι ακόμα στήριξη ή αρχίζεις να χάνεις τον εαυτό σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;