«Είναι μόνο για τις σπουδές της», είπε ο άντρας της — αλλά πέντε χρόνια με ένα τρίτο άτομο στο σπίτι άλλαξαν τον γάμο τους

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε άρχισα να μετράω τις μέρες που ήμουν μόνη στο σπίτι μου.

Στην αρχή δεν το έκανα καν συνειδητά. Απλώς, αν ο Πέτρος έλεγε ότι η Άννα θα πήγαινε στη σχολή, μετά για καφέ με τις φίλες της και ίσως θα έμενε το βράδυ σε κάποια συμφοιτήτριά της, μέσα μου χαλάρωνε κάτι. Μετά ντρεπόμουν γι’ αυτό. Σαν να ήμουν κακός άνθρωπος επειδή ήθελα να κυκλοφορήσω με τις πιτζάμες μου, να φάω ένα τοστ στον καναπέ και να μην προσέχω αν ακούγομαι από το διπλανό δωμάτιο.

Η Άννα είναι η κόρη της αδερφής του Πέτρου. Ήρθε από την Καλαμάτα στην Αθήνα όταν πέρασε Φαρμακευτική. Εμείς μέναμε τότε σε ένα δυάρι και κάτι, στον Νέο Κόσμο. Είχαμε ένα μικρό δεύτερο δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαμε σαν γραφείο, αποθήκη και δωμάτιο για όποιον ερχόταν καμιά φορά από επαρχία.

Ο Πέτρος μου το είπε ένα απόγευμα, σχεδόν σαν να μου ανακοίνωνε κάτι αυτονόητο.

«Η Άννα θα μείνει μαζί μας μέχρι να τελειώσει τη σχολή. Τι να πληρώνει η Κατερίνα νοίκι στην Αθήνα;»

Η Κατερίνα, η αδερφή του, ήταν χήρα από χρόνια και δούλευε σε ένα μίνι μάρκετ. Δεν είχε λεφτά για φοιτητικό σπίτι. Αυτό ήταν αλήθεια. Ούτε εγώ είχα κάποια λύση να προτείνω.

Μόνο που μου έμεινε εκείνο το “θα μείνει”, χωρίς να υπάρχει το “τι λες κι εσύ;”.

Του είπα ότι φυσικά να τη βοηθήσουμε. Το εννοούσα. Η Άννα ήταν δεκαοκτώ, συνεσταλμένη, καλό κορίτσι. Την είχα δει να κάθεται στις οικογενειακές συγκεντρώσεις με το κινητό χαμηλά στην αγκαλιά της και να χαμογελάει ευγενικά κάθε φορά που οι μεγάλοι τη ρωτούσαν τι θα κάνει στη ζωή της.

Σκέφτηκα πως θα ήταν προσωρινό. Τέσσερα χρόνια, πέντε το πολύ. Όταν το λες έτσι, ακούγεται σαν ένα διάστημα που περνάει.

Τον πρώτο καιρό όλα ήταν ήρεμα. Της φτιάξαμε το δωμάτιο όσο καλύτερα μπορούσαμε. Πήραμε ένα γραφείο από το ΙΚΕΑ, βάλαμε μια κουρτίνα, μεταφέραμε τις κούτες μας στην αποθήκη του πατέρα μου στο Περιστέρι. Η Άννα έλεγε συνέχεια «μην μπαίνετε σε κόπο για μένα» και έπλενε τα πιάτα χωρίς να της το ζητήσει κανείς.

Ήταν ευγνώμων. Αυτό, παράξενα, έκανε τα πράγματα δυσκολότερα. Αν ήταν αγενής ή ακατάστατη, ίσως να είχα κάτι συγκεκριμένο να θυμώσω. Αλλά δεν ήταν.

Το πρόβλημα ήταν ότι το σπίτι άλλαξε χρήση. Δεν ήταν πια το μέρος όπου γυρνούσαμε οι δυο μας μετά τη δουλειά. Ο Πέτρος δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων στον Ταύρο κι εγώ σε ένα λογιστικό γραφείο. Ερχόμασταν κουρασμένοι, και υπήρχε πάντα κάποιος ακόμη στην κουζίνα. Κάποιος που διάβαζε στο σαλόνι. Κάποιος για τον οποίο έπρεπε να σκεφτείς αν θέλει να φάει, αν κοιμάται, αν ακούει.

Δεν μπορούσα ούτε να τσακωθώ με τον άντρα μου όπως παλιά. Δεν λέω ότι οι καβγάδες είναι ωραίοι, αλλά τουλάχιστον ξέρεις τι νιώθεις. Εμείς αρχίσαμε να τους κόβουμε στη μέση.

«Άστο τώρα», ψιθύριζε ο Πέτρος.

Και το “τώρα” γινόταν αύριο, μετά το Σαββατοκύριακο, κάποια στιγμή που η Άννα θα έλειπε. Μόνο που ποτέ δεν υπήρχε η κατάλληλη στιγμή. Και όσα δεν λέγονται, δεν εξαφανίζονται. Μαζεύονται.

Στον δεύτερο χρόνο, είπα στον Πέτρο ότι θέλω να ψάξουμε κάτι μεγαλύτερο. Όχι απαραίτητα να φύγει η Άννα. Αλλά να μη ζούμε όλοι ο ένας πάνω στον άλλον.

Γέλασε χωρίς κακία, αλλά με εκνεύρισε.

«Με τι λεφτά, Λουκία; Έχεις δει τα νοίκια;»

Τα είχα δει. Είχαμε κι ένα δάνειο για το αυτοκίνητο, τους λογαριασμούς, τη μητέρα μου που ήθελε συχνά εξετάσεις και δεν της έφτανε η σύνταξη. Δεν ζούσαμε άσχημα, αλλά ούτε μας περίσσευαν.

«Δεν λέω να μετακομίσουμε αύριο. Λέω να το συζητήσουμε.»

«Τι να συζητήσουμε; Να πούμε στο κορίτσι να φύγει;»

Αυτό ήταν το χειρότερο. Κάθε φορά που προσπαθούσα να μιλήσω για εμάς, ακουγόταν σαν να ζητούσα να πετάξουμε την Άννα στον δρόμο. Και τελικά σταματούσα, γιατί δεν ήθελα να είμαι αυτή η γυναίκα στα μάτια του. Ούτε στα δικά μου.

Κάπου εκεί άρχισα να θυμώνω και με την Άννα, άδικα σε πολλές περιπτώσεις. Αν άφηνε μία κούπα στον νεροχύτη, μου φαινόταν βουνό. Αν έφερνε μια φίλη της για διάβασμα και γελούσαν λίγο παραπάνω, κλεινόμουν στο υπνοδωμάτιο με ύφος λες και ήμουν εγώ η φιλοξενούμενη.

Μια Κυριακή με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα. Δεν είχε γίνει τίποτα ιδιαίτερο. Είχα κάψει το φαγητό, ο Πέτρος είχε φύγει να δει μπάλα και η μάνα μου με είχε πάρει τρεις φορές τηλέφωνο για τον ίδιο λόγο.

Η Άννα στάθηκε στην πόρτα και μου είπε πολύ σιγά:

«Θεία Λουκία, αν σας δυσκολεύω, πες μου. Μπορώ να βρω κάτι με κοπέλες, έστω μακριά.»

Τότε ένιωσα χάλια. Γιατί κατάλαβα ότι το παιδί το ήξερε. Μπορεί όχι όλες τις λεπτομέρειες, αλλά το ένιωθε. Ζούσε κι εκείνη με την αίσθηση ότι πρέπει να πιάνει όσο λιγότερο χώρο γίνεται.

Της είπα πως δεν φταίει εκείνη. Και δεν έλεγα ψέματα. Μετά καθίσαμε, φάγαμε μακαρόνια που είχαν παραβράσει και είδαμε μια χαζή εκπομπή στην τηλεόραση. Από εκείνη τη μέρα ήρθαμε πιο κοντά. Μου έλεγε για τη σχολή, για έναν συμφοιτητή που την μπέρδευε, για το άγχος της στις εξεταστικές. Όταν πέρασε ένα δύσκολο μάθημα, της πήρα ένα μικρό γλυκό από τον φούρνο και συγκινήθηκε σαν να της είχα αγοράσει κάτι σπουδαίο.

Αυτό όμως δεν έφτιαξε τον γάμο μου.

Ο Πέτρος κι εγώ αρχίσαμε να κάνουμε πράγματα χωριστά χωρίς καν να το αποφασίσουμε. Εκείνος έβγαινε πιο συχνά με τους φίλους του. Εγώ καθόμουν στη δουλειά παραπάνω, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε λόγος. Μερικές φορές έλεγα πως έχω δουλειές και πήγαινα μόνη μου στη μητέρα μου, μόνο και μόνο για να αλλάξω σπίτι.

Στον τέταρτο χρόνο της Άννας, ο Πέτρος μου είπε ένα βράδυ ότι ήμουν συνέχεια νευρική. Του απάντησα πως κι εκείνος ήταν συνέχεια απών. Δεν φωνάξαμε. Αυτό ήταν σχεδόν πιο ανησυχητικό. Μιλούσαμε χαμηλόφωνα, επειδή η Άννα διάβαζε στο δωμάτιό της.

«Νομίζω ότι με τιμωρείς για κάτι που έπρεπε να κάνουμε», είπε.

«Όχι. Νομίζω ότι πήρες μια απόφαση για τη ζωή μας και μετά περίμενες να είμαι εντάξει για πάντα.»

Δεν απάντησε αμέσως. Κοίταζε το τραπέζι, εκεί που είχα αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς της ΔΕΗ και κάτι αποδείξεις από το σούπερ μάρκετ.

Η Άννα τελείωσε τελικά τη σχολή λίγο καθυστερημένα, γιατί έχασε μαθήματα στην περίοδο της πανδημίας και έκανε πρακτική. Τώρα δουλεύει σε φαρμακείο στο Χαλάνδρι και βρήκε με μια φίλη της ένα μικρό σπίτι στην Αγία Παρασκευή. Σε δύο εβδομάδες θα φύγει.

Χθες μου έδειξε κουρτίνες στο κινητό και με ρώτησε ποιο χρώμα να πάρει. Ο Πέτρος καθόταν δίπλα μας και είπε ότι θα τη βοηθήσει με τη μετακόμιση.

Χάρηκα πραγματικά για εκείνη. Μετά, μόλις έκλεισε την πόρτα του δωματίου της, ο Πέτρος με κοίταξε και είπε:

«Θα είμαστε πάλι οι δυο μας.»

Του είπα «ναι» και συνέχισα να μαζεύω τα πιάτα.

Δεν ξέρω αν αυτό που χάσαμε περιμένει απλώς χώρο για να ξαναγυρίσει ή αν τόσα χρόνια μάθαμε να ζούμε ο ένας δίπλα στον άλλον, όχι μαζί. Προς το παρόν, κρατάω ένα άδειο ράφι στην κουζίνα για τα πράγματα της Άννας που δεν έχει μαζέψει ακόμη.