«Δεν θα αφήσεις τη μάνα μου μόνη της»: Η μέρα που κατάλαβα ότι είχα χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις όλων

«Δεν θα αφήσεις τη μάνα μου μόνη της τώρα. Μετά απ’ όλα όσα έχει κάνει για εμάς». Αυτό μου είπε ο άντρας μου, όρθιος στην κουζίνα, ενώ εγώ κρατούσα ακόμα την τσάντα μου από τη δουλειά.

Του είχα μόλις πει ότι από την επόμενη εβδομάδα δεν μπορώ να πηγαίνω κάθε πρωί στο σπίτι της μητέρας του. Όχι ότι δεν θέλω. Δεν μπορώ.

Η πεθερά μου είναι 78, μένει μόνη της σε ένα παλιό διαμέρισμα στον Κορυδαλλό. Πριν οχτώ μήνες έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό. Ευτυχώς στάθηκε στα πόδια της, αλλά έχει αστάθεια, ξεχνάει τα χάπια της και φοβάται να μείνει μόνη. Ο άντρας μου δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων στον Ρέντη, από το πρωί μέχρι αργά. Η αδερφή του μένει στην Πάτρα και έρχεται όποτε μπορεί, δηλαδή μία φορά στους δυο μήνες.

Κι εγώ δουλεύω σε φούρνο, έξι ώρες όρθια, πέντε μέρες τη βδομάδα. Τα πρωινά, πριν πιάσω βάρδια, περνάω από την πεθερά μου. Της βάζω καφέ, κοιτάω τα φάρμακα, κάνω ένα πρόχειρο συμμάζεμα, την πάω καμιά φορά για εξετάσεις στο Αττικόν ή στο Κέντρο Υγείας. Μετά δουλειά. Μετά σπίτι, ψώνια, φαγητό, πλυντήρια. Έχουμε και έναν γιο στη Β΄ Λυκείου που κάνει φροντιστήριο και παριστάνει ότι δεν τον αγγίζει τίποτα, αλλά τον βλέπω.

Στην αρχή το δέχτηκα μόνη μου. Η πεθερά μου είχε σταθεί πολύ όταν ο γιος μας ήταν μικρός. Τον κρατούσε για να δουλεύω, μας έδινε φαγητό όταν δεν έβγαινε ο μήνας, είχε βοηθήσει και με κάτι λεφτά όταν είχαμε μείνει πίσω στο ενοίκιο. Δεν είμαι αχάριστη. Αυτό έλεγα συνέχεια στον εαυτό μου.

Μόνο που οι μήνες έγιναν οχτώ και εγώ άρχισα να μην κοιμάμαι. Ξυπνούσα στις τέσσερις και σκεφτόμουν αν είχε πάρει το χάπι για την πίεση. Αν δεν απαντούσε στο τηλέφωνο για δέκα λεπτά, ένιωθα να με πιάνει ταχυκαρδία. Στη δουλειά έκανα λάθη στις παραγγελίες. Μια μέρα ξέχασα το μάτι της κουζίνας ανοιχτό με άδειο μπρίκι πάνω. Δεν έγινε κάτι, αλλά τρόμαξα.

Δεν το είχα πει σε κανέναν ότι εδώ και δύο μήνες παίρνω κάτι ήπιο για το άγχος που μου έγραψε η γιατρός στο Κέντρο Υγείας. Ντρεπόμουν. Σκεφτόμουν ότι όλοι κουράζονται, όλοι έχουν προβλήματα, εγώ γιατί να μην αντέχω;

Όταν λοιπόν του είπα ότι θέλω να κάνουμε ένα πρόγραμμα, να μοιραστεί η φροντίδα ή να δούμε αν μπορεί να μπει στο «Βοήθεια στο Σπίτι» του δήμου, νευρίασε.

«Δηλαδή τι θες; Να την αφήσουμε;» μου είπε.

«Δεν είπα αυτό. Είπα να μην είμαι εγώ κάθε μέρα μόνη μου υπεύθυνη για όλα».

«Εσύ έχεις πιο ευέλικτο ωράριο από μένα».

Εκεί με πείραξε περισσότερο. Όχι επειδή δεν είχε ένα δίκιο. Πράγματι, το δικό μου ωράριο είναι πιο ευέλικτο. Αλλά λες και η δουλειά μου, το σπίτι μου και το κεφάλι μου ήταν κενά και περίμεναν να γεμίσουν με ό,τι περισσεύει από τους άλλους.

Του είπα: «Έχω αρχίσει να μην λειτουργώ. Δεν καταλαβένω ούτε πότε έφαγα τελευταία φορά σαν άνθρωπος».

Και μου απάντησε πιο χαμηλά: «Κι εγώ δεν λειτουργώ καλά. Απλώς δεν έχω την πολυτέλεια να το λέω».

Αυτό με σταμάτησε. Γιατί τον τελευταίο καιρό τον έβλεπα να γυρίζει σιωπηλός, να κάθεται στο μπαλκόνι και να καπνίζει παραπάνω. Είχα θυμώσει που δεν βοηθάει, αλλά δεν είχα ρωτήσει ποτέ στ’ αλήθεια πώς είναι. Είχα αποφασίσει μέσα μου ότι απλώς βολεύτηκε να τα κάνω εγώ.

Την επόμενη μέρα πήγα στην πεθερά μου και της μίλησα. Έτρεμα, γιατί φοβόμουν ότι θα με πει αχάριστη. Της είπα πως δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι κάθε μέρα και πως πρέπει να βρούμε άλλη λύση.

Με κοίταξε αρκετή ώρα και είπε: «Νόμιζα ότι το κάνεις γιατί θέλεις να είμαστε μαζί. Όταν μου λέτε “θα περάσω”, δεν ξέρω αν πρέπει να πω όχι. Φοβάμαι, αλλά δεν θέλω να σας γίνω βάρος».

Δεν περίμενα να το ακούσω αυτό. Εγώ νόμιζα ότι ζητούσε όλο και περισσότερα. Εκείνη, από την άλλη, νόμιζε ότι εγώ προσφερόμουν χωρίς να δυσκολεύομαι. Κανείς δεν έλεγε καθαρά τι αντέχει και τι φοβάται.

Τελικά κάναμε αίτηση στον δήμο για βοήθεια στο σπίτι και μιλήσαμε με μια κοινωνική λειτουργό. Η αδερφή του άντρα μου είπε ότι θα αναλαμβάνει τα τηλεφωνήματα για ραντεβού και συνταγές, έστω από μακριά. Ο άντρας μου συμφώνησε να περνάει ο ίδιος τρεις φορές την εβδομάδα μετά τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος. Κι εγώ θα πηγαίνω δύο πρωινά, όχι κάθε μέρα.

Δεν λύθηκαν όλα. Η πεθερά μου ακόμα γκρινιάζει κάποιες φορές ότι «παλιά οι οικογένειες ήταν αλλιώς». Η αδερφή του άντρα μου λέει εύκολα τη γνώμη της από την Πάτρα. Κι εγώ έχω ενοχές όταν δεν απαντάω αμέσως στο τηλέφωνο. Απο τότε που μίλησα όμως, κοιμάμαι λίγο καλύτερα.

Δεν θέλω να εγκαταλείψω έναν άνθρωπο που με έχει βοηθήσει. Αλλά δεν θέλω και να εξαφανιστώ μέσα σε μια υποχρέωση που κανείς δεν συμφώνησε πραγματικά πώς θα μοιραστεί. Μήπως άργησα να βάλω όρια ή μήπως είναι σωστό να βάζουμε την ψυχική μας υγεία πάνω από τις οικογενειακές προσδοκίες;