«Έφυγα έγκυος από το σπίτι μας και πήγα στον πατέρα μου, γιατί ο άντρας μου άφηνε τη μητέρα του να αποφασίζει για το παιδί μας»
Είμαι 31 χρονών και είμαι στον έβδομο μήνα. Μέχρι πριν λίγες εβδομάδες, πίστευα ότι το πιο δύσκολο στην εγκυμοσύνη θα ήταν οι αναγούλες, οι εξετάσεις, ο φόβος του τοκετού. Τελικά, το πιο δύσκολο είναι ότι νιώθω πως το παιδί μου έχει ήδη τρεις γονείς και εγώ είμαι η μόνη που δεν επιτρέπεται να αποφασίζει.
Η πεθερά μου, η κυρία Βάσω, μένει σχετικά κοντά μας, στο ίδιο προάστιο. Από την αρχή της εγκυμοσύνης ερχόταν σχεδόν καθημερινά. Στην αρχή δεν το έβλεπα κακά. Έφερνε φαγητό, μου έλεγε να μην κουράζομαι, ενδιαφερόταν. Η μητέρα μου ζει σε άλλη πόλη και ο πατέρας μου είναι μόνος του εδώ στην Αθήνα, οπότε σκέφτηκα πως ίσως ήταν και μια βοήθεια.
Σιγά σιγά όμως άρχισε να μη με ρωτάει. Άρχισε να ανακοινώνει.
«Αυτό το τσάι δεν θα το πίνεις, εγώ ξέρω.»
«Μετά τον τοκετό θα έρθεις στο σπίτι μου για σαράντα μέρες, να σε προσέχω.»
«Το μωρό δεν χρειάζεται αγκαλιές όποτε κλαίει, έτσι το μαθαίνεις στα χέρια.»
Και το χειρότερο: «Θα το βαφτίσουμε Νικόλα, σαν τον πατέρα του Μιχάλη.»
Ο πατέρας του άντρα μου έχει φύγει από τη ζωή πριν γνωρίσω τον Μιχάλη. Καταλαβαίνω ότι τον αγαπούσε και ότι η μητέρα του τον κουβαλάει μέσα της. Αλλά το όνομα του παιδιού μας δεν είχε καν συζητηθεί μεταξύ μας. Εγώ είχα πει ότι μου άρεσε το Αλέξανδρος, ο Μιχάλης δεν είχε προλάβει καν να πει τη γνώμη του, και εκείνη μιλούσε λες και είχε κλείσει το θέμα.
Όταν της είπα ήρεμα πως θα αποφασίσουμε εμείς, γέλασε.
«Εσύ τώρα είσαι φορτισμένη, κορίτσι μου. Αυτά θα τα δούμε στην ώρα τους.»
Δεν απάντησα. Πήγα στην κουζίνα και έπλυνα ένα ήδη καθαρό ποτήρι, μόνο και μόνο για να μην κλάψω μπροστά της.
Το βράδυ το είπα στον Μιχάλη. Περίμενα να μου πει ότι θα μιλήσει στη μητέρα του. Αντί γι’ αυτό, μου είπε να μην κολλάω σε λέξεις.
«Η μάνα μου χαίρεται. Δεν το κάνει για κακό.»
«Δεν λέω ότι το κάνει για κακό. Λέω ότι με ακυρώνει.»
«Ε, μην της δίνεις σημασία τότε.»
Αυτό ήταν το μόνιμο. Μην της δίνεις σημασία. Μην το παίρνεις προσωπικά. Έτσι είναι η μάνα μου. Μη χαλάμε το σπίτι για χαζομάρες.
Μόνο που οι “χαζομάρες” γίνονταν κάθε μέρα πιο πολλές. Μπήκε στο δωμάτιο που ετοιμάζαμε για το μωρό και είπε ότι η κούνια πρέπει να πάει δίπλα στο δικό μας κρεβάτι, γιατί έτσι θα κοιμάται εκείνη όταν θα έρχεται να το κρατάει τα βράδια. Μου έφερε μια σακούλα με ρουχαλάκια που είχε διαλέξει μόνη της, ενώ εγώ ήθελα να πάμε με τον Μιχάλη να αγοράσουμε δυο-τρία πράγματα μαζί, σαν ζευγάρι.
Κάποια στιγμή άρχισε να τηλεφωνεί στη γιατρό μου. Όχι για να μάθει κάτι συγκεκριμένο, απλώς «για να έχει μια εικόνα». Η γραμματέας φυσικά δεν της είπε τίποτα, αλλά εκείνη το ανέφερε μπροστά μου σαν να ήταν απολύτως φυσιολογικό.
Της είπα ότι δεν θέλω να επικοινωνεί με τη γιατρό μου. Ήμουν ευγενική, νομίζω. Τότε ο Μιχάλης εκνευρίστηκε.
«Τι θα πει δεν θέλεις; Ανησυχεί η γυναίκα.»
Τον κοίταξα και δεν αναγνώρισα τον άνθρωπο που παντρεύτηκα. Δεν ήταν κακός μαζί μου. Μου έφερνε φρούτα όταν είχε βάρδια, μου χάιδευε την κοιλιά, μιλούσε στο μωρό. Αλλά όταν ήταν μπροστά η μητέρα του, μίκραινε. Σαν να φοβόταν να της χαλάσει χατίρι, ακόμη κι αν εγώ διαλυόμουν δίπλα του.
Το απόγευμα που έφυγα, η κυρία Βάσω είχε έρθει χωρίς να πάρει τηλέφωνο. Εγώ ήμουν κουρασμένη, είχα κάνει εξετάσεις το πρωί και ήθελα απλώς να ξαπλώσω. Μπήκε στο σπίτι, άφησε τις σακούλες της και μου είπε ότι είχε κανονίσει με μια γνωστή της μαία να είναι στον τοκετό.
Της είπα όχι.
Όχι δυνατά. Όχι άσχημα. Μόνο ένα καθαρό, κουρασμένο «όχι, δεν θέλω άγνωστο άνθρωπο εκεί».
Εκείνη πάγωσε. Ο Μιχάλης ήταν στον καναπέ και έβλεπε τηλεόραση. Γύρισε προς το μέρος μας και είπε:
«Μαρία, λίγο υπερβολική είσαι. Η μητέρα μου προσπαθεί να βοηθήσει.»
Και τότε η πεθερά μου είπε το πιο παράξενο πράγμα:
«Αν δεν μπορείς να διαχειριστείς την εγκυμοσύνη, θα το αναλάβουμε εμείς μετά.»
Δεν ξέρω αν το είπε πάνω στα νεύρα της. Ίσως ούτε η ίδια κατάλαβε πώς ακούστηκε. Εγώ πάντως ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Κοίταξα τον Μιχάλη, περίμενα να της πει έστω “μην το λες αυτό”. Δεν είπε τίποτα.
Πήγα στο υπνοδωμάτιο, έβαλα σε μια τσάντα δύο αλλαξιές, τα φάρμακά μου, τον φορτιστή και τον φάκελο με τις εξετάσεις. Ο Μιχάλης μπήκε μετά από λίγα λεπτά.
«Πού πας;»
«Στον πατέρα μου.»
«Γιατί κάνεις έτσι;»
Αυτή η φράση με πείραξε περισσότερο από όλες. Γιατί κάνεις έτσι. Σαν να είχα αποφασίσει ξαφνικά να φύγω επειδή δεν μου άρεσε η μέρα.
Ο πατέρας μου δεν είπε πολλά όταν με είδε. Πήρε την τσάντα από το χέρι μου, μου ζέστανε φακές που είχε από το μεσημέρι και έστρωσε καθαρά σεντόνια στο παλιό μου δωμάτιο. Μόνο πριν κλείσει την πόρτα, είπε: «Εδώ θα ηρεμήσεις πρώτα. Τα άλλα μετά.»
Ο Μιχάλης πήρε πολλές φορές τηλέφωνο. Τις δύο πρώτες δεν απάντησα. Μετά μιλήσαμε. Μου είπε ότι η μητέρα του στενοχωρήθηκε, ότι δεν ήθελε να φτάσουμε εκεί, ότι θα της μιλήσει. Δεν είπε όμως ακριβώς τι θα της πει. Ούτε μου είπε να γυρίσω επειδή κατάλαβε τι έκανε. Μου είπε ότι “πρέπει να βρούμε μια μέση λύση”.
Δεν ξέρω ποια είναι η μέση λύση όταν κάποιος θέλει να αποφασίζει για το σώμα σου, τον τοκετό σου και το παιδί σου. Ξέρω μόνο ότι εδώ και έξι μέρες κοιμάμαι καλύτερα. Ο πατέρας μου με ρωτάει αν θέλω τσάι, δεν μου λέει ποιο να πιω.
Αύριο έχω ραντεβού με τη γιατρό. Ο Μιχάλης είπε ότι θέλει να έρθει. Του είπα να έρθει, αλλά να έρθει μόνος του. Ακόμη δεν μου έχει απαντήσει.