«Δηλαδή θα αφήσεις τη μάνα μας χωρίς φάρμακα;» μου είπε η αδελφή μου, κι εγώ δεν ήξερα αν έπρεπε να ντραπώ ή να πω επιτέλους όχι
«Δηλαδή θα αφήσεις τη μάνα μας χωρίς φάρμακα;» μου είπε η αδελφή μου στο τηλέφωνο, τόσο απότομα που πάγωσα.
Ήταν Παρασκευή απόγευμα. Είχα μόλις γυρίσει από τη δουλειά σε ένα φαρμακείο στον Πειραιά, είχα ανοίξει το ψυγείο και σκεφτόμουν τι θα μαγειρέψω με δύο αυγά και λίγη φέτα. Ο άντρας μου ήταν στον καναπέ με τον λογαριασμό του ρεύματος στο χέρι. Η κόρη μας ζητούσε χρήματα για τη μονοήμερη του σχολείου.
Της είπα: «Δεν είπα ότι θα την αφήσω. Είπα ότι αυτόν τον μήνα δεν μπορώ να βάλω άλλα 180 ευρώ.»
«Εσύ πάντα τα καταφέρνεις», απάντησε. «Εγώ με τι να τα βγάλω; Με το επίδομα ανεργίας;»
Και κάπου εκεί μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Γιατί αυτό το “εσύ πάντα τα καταφέρνεις” το ακούω χρόνια και στην πραγματικότητα σημαίνει “εσύ θα βρεις τρόπο, ό,τι κι αν γίνει”.
Η μητέρα μας μένει μόνη της στο παλιό της σπίτι στο Αιγάλεω. Έχει ζάχαρο, πίεση και τελευταία ξεχνάει πράγματα. Μετά την επέμβαση στο ισχίο δεν μπορεί να ανεβοκατεβαίνει εύκολα. Εγώ περνάω σχεδόν κάθε μέρα μετά τη δουλειά: ψώνια από το σούπερ μάρκετ, συνταγές από τον ΕΟΠΥΥ, γιατρούς στο Κέντρο Υγείας, καθαριότητα όταν δεν προλαβαίνει εκείνη.
Η αδελφή μου μένει στο Περιστέρι, δεν είναι στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Αλλά λέει ότι έχει κι εκείνη τα δικά της: δύο παιδιά, έναν άντρα που δουλεύει περιστασιακά σε οικοδομές, ενοίκιο που ανέβηκε. Δεν λέω ότι περνάει εύκολα.
Το πρόβλημα είναι ότι, κάθε φορά που υπάρχει κάτι για τη μητέρα μας, πρώτα παίρνει εμένα. Και αν πω ότι δεν μπορώ, μου μιλάει σαν να αρνούμαι από κακία.
«Εγώ πλήρωσα τον προηγούμενο μήνα τον ορθοπεδικό», της είπα.
«Ναι, αλλά σου έδωσα πίσω τα 50.»
Μου τα είχε δώσει μετά από τρεις μήνες. Και δεν της είπα ποτέ ότι στο μεταξύ είχα τραβήξει από την κάρτα για να καλύψω τα φάρμακα. Αυτό ήταν δικό μου λάθος. Έκανα συνέχεια ότι δεν τρέχει τίποτα, για να μη γίνει κουβέντα, για να μη φανώ μικρόψυχη.
Ο άντρας μου άκουγε από δίπλα. Όταν έκλεισα, μου είπε ήρεμα: «Δεν γίνεται να φοβάσαι κάθε μήνα αν θα έχουμε για το σούπερ μάρκετ. Η κόρη μας δεν φταίει να κόβουμε τα πάντα επειδή δεν βάζετε κάτω ένα πρόγραμμα.»
Του θύμωσα. Του είπα πως δεν καταλαβαίνει, πως είναι η μητέρα μου. Και είχε δίκιο σε ένα πράγμα: ούτε εγώ καταλάβαινα ότι είχα φτάσει να πληρώνω σχεδόν μόνη μου πράγματα που έπρεπε να μοιραζόμαστε.
Την επόμενη μέρα πήγα στη μητέρα μου και της το είπα. Όχι όλα, γιατί δεν ήθελα να τη στεναχωρήσω. Εκείνη όμως κατάλαβε.
«Μαλώνετε εξαιτίας μου;» με ρώτησε.
Της είπα όχι, ενώ μάλωνε όλο το σώμα μου από την κούραση. Τότε μου είπε κάτι που δεν περίμενα: «Η αδελφή σου μου είπε πριν λίγους μήνες να της δανείσω λεφτά για να κλείσει μια τρύπα. Μου είπε να μη στο πω, γιατί θα τη σχολιάσεις.»
Δεν ήταν μεγάλο ποσό, 600 ευρώ από τις οικονομίες που κρατούσε η μητέρα μας για ώρα ανάγκης. Αλλά ένιωσα χαζή. Η αδελφή μου έπαιρνε χρήματα από τη μητέρα μας, κι εγώ νόμιζα ότι απλώς δεν είχε καθόλου δυνατότητα.
Όταν τη ρώτησα, δεν το αρνήθηκε. Μου είπε: «Τα χρειάστηκα. Και ντράπηκα. Εσύ πάντα μιλάς σαν να έχεις τα πάντα υπό έλεγχο.»
Εκεί δεν είχα εύκολη απάντηση. Γιατί όντως έτσι φερόμουν. Δεν της είχα πει ότι χρωστάμε δύο δόσεις στην κάρτα, ότι ο άντρας μου είχε μείνει χωρίς μεροκάματα για σχεδόν ενάμιση μήνα, ότι εγώ έκοβα από τον εαυτό μου για να μη λείψει τίποτα από τη μητέρα μας και την κόρη μας. Περίμενα να το καταλάβει μόνη της και μετά θύμωνα που δεν το καταλάβαινε.
Τελικά καθίσαμε οι τρεις μας στο τραπέζι της μητέρας μας. Είπα ότι από εδώ και πέρα θα γράφουμε όλα τα έξοδα σε ένα τετράδιο: φάρμακα, λογαριασμούς, ψώνια, γιατρούς. Ό,τι μπορεί η καθεμία, αλλά να είναι συμφωνημένο. Και αν δεν βγαίνει, να δούμε κοινωνικό λειτουργό στον δήμο και βοήθεια στο σπίτι, όχι να περιμένουμε πάντα από εμένα να καλύψω τη διαφορά.
Η αδελφή μου δεν χάρηκε. Είπε πως την κάνω να νιώθει υπόλογη. Ίσως και να την έκανα. Αλλά της είπα πως δεν μπορώ άλλο να είμαι η “βολική” αδελφή, ενώ στο δικό μου σπίτι μετράμε τα ψώνια.
Ακόμα μιλάμε κάπως ψυχρά. Η μητέρα μας είναι στεναχωρημένη και αυτό με τρώει. Παρ’ όλα αυτά, για πρώτη φορά δεν πλήρωσα κάτι που δεν μπορούσα πραγματικά να πληρώσω.
Μήπως είμαι σκληρή που βάζω πρώτα το σπίτι και το παιδί μου, ή είναι ανάγκη να βάζουμε όρια ακόμα κι όταν πρόκειται για την οικογένεια;