«Δεν μπορώ άλλο να ζω σαν να είμαι επισκέπτης στο ίδιο μου το σπίτι», μου είπε ο άντρας μου
«Δεν μπορώ άλλο να ζω σαν να είμαι επισκέπτης στο ίδιο μου το σπίτι», μου είπε ο άντρας μου την Κυριακή, την ώρα που μάζευα τα πιάτα από το τραπέζι.
Ο πατέρας μου ήταν στο σαλόνι και κοιμόταν στην πολυθρόνα. Από τότε που έπεσε στο μπάνιο, έκανε επέμβαση στο Αττικόν και δεν μπορούσε να μείνει μόνος στο Αιγάλεω. Το σπίτι του είχε σκαλιά, το μπάνιο ήταν μικρό και η αδερφή μου μένει μόνιμα στην Κόρινθο. Έτσι, πριν από τέσσερις μήνες, τον έφερα στο δικό μας διαμέρησμα στο Περιστέρι.
Δεν ρώτησα ακριβώς. Είπα στον άντρα μου: «Θα είναι προσωρινό, μέχρι να σταθεί λίγο στα πόδια του». Εκείνος μου απάντησε: «Να τον φέρουμε, αλλά πρέπει να βρούμε και μια λύση. Δεν γίνεται να το σηκώσουμε μόνοι μας». Κι εγώ άκουσα μόνο το “να τον φέρουμε”.
Στην αρχή τα καταφέρναμε. Έκλεινα ραντεβού στο Κέντρο Υγείας, έτρεχα για φυσικοθεραπείες, περίμενα ώρες στο φαρμακείο για τα φάρμακα με τη συνταγογράφηση. Ζήτησα και από τον δήμο βοήθεια μέσω του «Βοήθεια στο Σπίτι», αλλά μας είπαν ότι υπάρχει αναμονή.
Ο άντρας μου έκανε ό,τι μπορούσε. Τον πήγε δυο φορές στο νοσοκομείο, πλήρωσε έναν μήνα τα αναλώσιμα και κάθε βράδυ ρωτούσε τον πατέρα μου αν χρειάζεται κάτι. Αλλά μετά άρχισε να γυρνάει αργά από τη δουλειά του στην αποθήκη. Καθόταν στο μπαλκόνι με το κινητό και δεν μιλούσε.
«Τι έχεις;» τον ρωτούσα.
«Τίποτα. Είμαι κουρασμένος», έλεγε.
Κι εγώ νευρίαζα, γιατί ήμουν κουρασμένη περισσότερο. Είχα μειώσει ώρες στη δουλειά μου σε ένα γραφείο λογιστή, είχα χάσει μεροκάματα και κάθε μέρα ένιωθα ότι αν δεν κάνω εγώ τα πάντα, ο πατέρας μου θα μείνει αβοήθητος.
Δεν του έλεγα όμως το βασικό: ότι φοβόμουν. Φοβόμουν πως δεν θα ξαναπερπατήσει όπως πριν, πως θα χρειαστεί μόνιμη φροντίδα, πως η αδερφή μου θα έρχεται μόνο τα Σαββατοκύριακα και θα λέει «πες μου τι να κάνω», χωρίς να μπορεί πραγματικά να κάνει πολλά. Φοβόμουν επίσης ότι δεν μας βγαίνουν τα εξοδα.
Είχα μάλιστα αφήσει δύο λογαριασμούς απλήρωτους για να καλύψω έναν ιδιώτη φυσικοθεραπευτή. Δεν το είχα πει στον άντρα μου. Ντρεπόμουν, γιατί εκείνος είχε ήδη πει να το συζητήσουμε.
Την Κυριακή, όταν μου είπε ότι νιώθει επισκέπτης, του απάντησα άσχημα.
«Και τι θες δηλαδή; Να τον πετάξω έξω; Είναι ο πατέρας μου.»
Μου είπε χαμηλά: «Δεν είπα αυτό. Αλλά εδώ και τέσσερις μήνες δεν έχουμε φάει ούτε μία φορά μόνοι μας. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς να μας ακούει. Η κόρη μας κλείνεται στο δωμάτιό της. Κι εσύ, όποτε σου λέω ότι δυσκολεύομαι, μου φέρεσαι σαν να σου ζητάω να διαλέξεις ανάμεσα σε μένα και στον πατέρα σου.»
Εκεί κόλλησα. Γιατί ήταν αλήθεια ότι έτσι το άκουγα κάθε φορά.
Μετά μου είπε κάτι που δεν περίμενα. «Έχω ζητήσει να κάνω παραπάνω βάρδιες. Όχι για να λείπω από εσάς. Γιατί είδα ότι δεν βγαίνουμε και δεν ήθελα να σε πιέσω. Αλλά γυρνάω και δεν υπάρχει ούτε μια κουβέντα για εμάς. Μόνο πρόγραμμα, φάρμακα, πάνες, εξετάσεις. Σαν να μην επιτρέπεται να κουραστώ κι εγώ.»
Τότε του είπα για τους λογαριασμούς. Θύμωσε, όχι επειδή ξοδέψα χρήματα για τον πατέρα μου, αλλά επειδή το έκρυψα.
«Δεν είμαστε συγκάτοικοι να μαθαίνω μετά τι χρωστάμε», μου είπε.
Είχε δίκιο. Αλλά κι εγώ δεν ήξερα πώς να ζητήσω βοήθεια χωρίς να νιώσω ότι εγκαταλείπω τον πατέρα μου. Στο μυαλό μου, η φροντίδα ήταν δική μου υποχρεώση και, αν λύγιζα, θα σήμαινε ότι δεν τον αγαπάω αρκετά.
Την επόμενη μέρα πήρα την αδερφή μου και της μίλησα πιο καθαρά. Της είπα ότι δεν θέλω απλώς να με ρωτάει τι χρειάζομαι. Θέλω να αναλάβει δύο απογεύματα τη βδομάδα και να ψάξουμε μαζί για μια πιο σταθερή λύση. Μίλησα και με μια κοινωνική λειτουργό στον δήμο για τις διαθέσιμες δομές.
Ο άντρας μου δεν είπε ότι όλα λύθηκαν. Ούτε κι εγώ το πιστεύω. Απλώς χθες κάτσαμε δέκα λεπτά στην κουζίνα χωρίς τηλεόραση και χωρίς να συζητάμε για εξετάσεις. Μου είπε ότι δεν θέλει να φύγει, αλλά δεν θέλει και να εξαφανιστεί μέσα στο σπίτι μας.
Νομίζω πως τόσον καιρό προσπαθούσα να κρατήσω τον πατέρα μου ασφαλή, αλλά άφηνα τον άντρα μου και την κόρη μας να νιώθουν ότι δεν έχουν θέση δίπλα μου. Και εκείνος, αντί να μου το πει νωρίτερα καθαρά, απομακρύνθηκε μέχρι που δεν άντεχε άλλο.
Εσείς τι πιστεύετε; Μπορεί η αφοσίωση ενός ανθρώπου να καλύψει την απουσία ή την εξάντληση του άλλου, ή κάποια στιγμή η οικογένεια πρέπει να μοιράζεται αλλιώς το βάρος;