Για χρόνια έτρεχε για όλους χωρίς να ζητά τίποτα — μέχρι που κατάλαβε πως κανείς δεν πρόσεξε ότι είχε σταματήσει να υπάρχει για τον εαυτό του

Είμαι 58 χρονών και μέχρι πριν από δύο μήνες νόμιζα ότι ήμουν απαραίτητος άνθρωπος.

Όχι με την έννοια ότι είχα κάποια σπουδαία θέση ή πολλά λεφτά. Δούλευα χρόνια σε συνεργείο αυτοκινήτων στον Ταύρο, τώρα πια μερικώς, γιατί με πονάει η μέση μου και δεν βγαίνει όλη μέρα όρθιος. Αλλά στην οικογένεια ήμουν αυτός που «τα κανονίζει».

Η αδελφή μου, η Βάσω, είναι μικρότερη έξι χρόνια. Χώρισε πριν από καιρό, έχει δύο παιδιά, τη Μαρίνα που σπουδάζει στη Λάρισα και τον Πέτρο που είναι ακόμα λύκειο. Η μάνα μας μένει μόνη της στο Περιστέρι, 82 χρονών, με ζάχαρο, πίεση και το γνωστό “μια χαρά είμαι” ενώ δεν είναι μια χαρά.

Δεν κάναμε ποτέ κουβέντα για το ποιος αναλαμβάνει τι. Απλώς, κάποια στιγμή, άρχισα εγώ.

Πήγαινα τη μάνα για εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας, περνούσα από το φαρμακείο, της πλήρωνα λογαριασμούς από το κινητό γιατί τα μπερδεύει. Όταν η Βάσω είχε απογευματινή βάρδια στο κομμωτήριο, έπαιρνα τον Πέτρο από το φροντιστήριο. Όταν η Μαρίνα χρειαζόταν λεφτά «μέχρι να μπει το νοίκι από τον μπαμπά», έστελνα ό,τι μπορούσα.

Δεν έχω παιδιά. Είχα μια σχέση δώδεκα χρόνια με τη Νάντια, αλλά χωρίσαμε ήσυχα, αν γίνεται να υπάρχει ήσυχος χωρισμός. Μου έλεγε ότι δεν υπήρχε χώρος στη ζωή μου ούτε για καφέ της προκοπής. Τότε την είχα ακούσει και είχα θυμώσει.

«Δεν θα αφήσω τη μάνα μου και την αδελφή μου», της έλεγα.

Και εκείνη έλεγε: «Δεν σου ζητάω να τις αφήσεις. Σου ζητάω να μην είσαι πάντα διαθέσιμος σαν να χρωστάς κάτι.»

Είχα θεωρήσει ότι δεν καταλάβαινε.

Η αλήθεια είναι πως μου άρεσε να με χρειάζονται. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έτσι ήταν. Όταν χτυπούσε το κινητό και έβλεπα “Βάσω”, ένιωθα ότι έχω ρόλο. Όταν η μάνα μου έλεγε στους συγγενείς «ο Στέλιος μου τα κάνει όλα», φούσκωνα λίγο, σαν παιδί.

Μόνο που το “όλα” άρχισε να γίνεται πολύ.

Τον τελευταίο χρόνο ξυπνούσα και κοίταζα πρώτα τα μηνύματα. Όχι επειδή είχα κάτι σημαντικό στη δουλειά. Για να δω αν χρειάζεται κάποιος κάτι. Μπαταρίες για το πιεσόμετρο, μεταφορά γιατρού, λεφτά για βιβλία, να πεταχτώ στο σπίτι της Βάσως επειδή χάλασε το καζανάκι και «εσύ πιάνουν τα χέρια σου».

Δεν πιάνουν τόσο καλά πια, αλλά τέλος πάντων.

Μια Τετάρτη, πριν περίπου δύο μήνες, σήκωσα ένα κιβώτιο με ανταλλακτικά στο συνεργείο και με έπιασε η μέση μου άσχημα. Δεν ήταν κάτι που δεν είχα ξαναπάθει, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορούσα να ισιώσω. Ο εργοδότης μου με έστειλε σπίτι και πήγα σε ορθοπαιδικό. Μου είπε ξεκούραση, φυσικοθεραπείες και καθόλου βάρη.

Το είπα στη Βάσω το βράδυ.

«Ε, κάνε ό,τι σου είπε ο γιατρός», μου απάντησε, ενώ ακουγόταν να τρέχει κάτι στην κουζίνα. «Α, και αύριο μπορείς να πας τη μαμά για αιματολογικές; Εγώ δεν μπορώ, έχω πελάτισσες κλεισμένες.»

Της είπα ναι από συνήθεια. Μετά έκλεισα και έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι. Δεν είχα καν κουράγιο να αλλάξω μπλούζα.

Την επόμενη μέρα πήγα τη μάνα, βέβαια. Κάθισα μαζί της σχεδόν τρεις ώρες, γιατί είχε κόσμο και καθυστέρησαν. Γυρίζοντας, πέρασα από τον φούρνο, της άφησα ψωμί και τυρόπιτα για το βράδυ. Μου είπε “να ’σαι καλά, αγόρι μου”, και το είπε γλυκά. Δεν φταίει εκείνη. Απλώς δεν ξέρω αν καταλαβαίνει πόσο διαφορετικό είναι να σε ευχαριστεί κάποιος από το να σε βλέπει πραγματικά.

Την Κυριακή είχα γενέθλια. Δεν κάνω τραπέζια, ούτε με νοιάζουν ιδιαίτερα αυτά. Η Βάσω είχε πει πως θα περάσουν για φαγητό. Είχα πάρει κρέας, έφτιαξα πατάτες στον φούρνο, μια σαλάτα, μέχρι και εκείνο το γλυκό ψυγείου που αρέσει στον Πέτρο.

Κατά τις δύο μου έστειλε μήνυμα: «Στέλιο, μη μας περιμένεις. Ο Πέτρος θέλει να πάει με την παρέα του και η Μαρίνα πήγε σε μια φίλη. Θα περάσω ίσως αργότερα, είμαι πτώμα.»

Δεν απάντησα αμέσως. Έβαλα το κινητό ανάποδα στο τραπέζι και έφαγα δυο μπουκιές όρθιος. Δεν ήταν ότι χάλασε το φαγητό. Ούτε ότι περίμενα τούρτες και τέτοια.

Ήταν ότι δεν είχε περάσει από κανενός το μυαλό να τηλεφωνήσει. Ακόμα και η μάνα μου με πήρε το βράδυ, αλλά για να με ρωτήσει αν θυμήθηκα να της κλείσω ραντεβού για τον καρδιολόγο.

Της το έκλεισα. Και μετά κάθισα στον καναπέ και ένιωσα γελοίος. Σαν να είχα πείσει μόνος μου τον εαυτό μου ότι αυτή η διαρκής εξυπηρέτηση ήταν αγάπη και αμοιβαιότητα.

Την άλλη εβδομάδα η Βάσω με πήρε για να πάω τον Πέτρο σε έναν αγώνα μπάσκετ στο Μαρούσι. Της είπα ότι δεν μπορώ.

Σταμάτησε λίγο.

«Εντάξει, άμα δεν θες, πες το. Δεν χρειάζεται να λες για τη μέση κάθε φορά.»

Εκεί έκανα το λάθος μου. Της μίλησα άσχημα. Της είπα ότι δεν είμαι ταξί, ούτε δεύτερος γονιός των παιδιών της, ούτε υπάλληλος για τις δουλειές της μάνας μας. Της πέταξα και τα γενέθλια στη μούρη, λες και κρατούσα κατάλογο.

Εκείνη έκλαψε από νεύρα. Μου είπε ότι παλεύει μόνη της, ότι δεν μου ζήτησε να κάνω τον ήρωα και ότι κι εγώ ποτέ δεν λέω καθαρά τι αντέχω και τι όχι. Σε αυτό είχε δίκιο. Πολύ δίκιο, που με ενόχλησε περισσότερο.

Από τότε μιλάμε, αλλά όχι όπως πριν. Η μάνα μου στενοχωριέται και λέει να μη χαλάσουμε τα αδέλφια μας για “χαζομάρες”. Δεν της έχω εξηγήσει πολλά. Τι να εξηγήσω; Ότι άρχισα να θυμώνω όταν ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει;

Τώρα πηγαίνω μόνο δύο φορές την εβδομάδα από τη μάνα. Η Βάσω κάνει κι εκείνη περισσότερα, όσο μπορεί. Ο Πέτρος πήγε μόνος του με το λεωφορείο σε δυο προπονήσεις και τελικά δεν έγινε τίποτα τραγικό, όπως νόμιζα εγώ.

Χθες η Βάσω μου έστειλε φωτογραφία από ένα ταψί παστίτσιο και έγραψε: «Έφτιαξα πολύ. Θες να σου φέρω;»

Της απάντησα “ναι”, αλλά δεν έγραψα ευχαριστώ αμέσως. Κοίταζα ώρα την οθόνη. Δεν ήξερα αν ήταν μια μικρή προσπάθεια ή απλώς ανησυχούσε μήπως ξαναθυμώσω.

Μάλλον είναι και τα δύο. Κι εγώ, προς το παρόν, προσπαθώ να μη γυρίσω αμέσως στον παλιό μου ρόλο μόνο και μόνο επειδή μου είναι γνώριμος.