«Ή εγώ ή η μητέρα σου»: Όταν η πεθερά μπήκε στο σπίτι τους στην Αθήνα και ο γάμος τους άρχισε να διαλύεται
Η βαλίτσα της πεθεράς μου έμεινε δίπλα στην παπουτσοθήκη σχεδόν τρεις εβδομάδες.
Δεν την άνοιγε όλη. Έβγαζε κάθε μέρα λίγα πράγματα, ένα ζακετάκι, τα φάρμακά της, μια σακούλα με παξιμάδια από το χωριό, κι εγώ έκανα πως δεν καταλαβαίνω ότι δεν ήταν επίσκεψη για λίγες μέρες.
Το διαμέρισμά μας είναι 82 τετραγωνικά, στον Άγιο Δημήτριο. Τρία δωμάτια, ένα μικρό μπαλκόνι που βλέπει σε πολυκατοικίες και μια κουζίνα που, όταν ανοίγουν δύο ντουλάπια μαζί, πρέπει ο ένας να κάνει στην άκρη για να περάσει ο άλλος. Εκεί μέναμε εγώ, ο Στέλιος και τα δύο παιδιά μας, ο Πέτρος δέκα χρονών και η μικρή, η Νεφέλη, έξι.
Η κυρία Ελένη, η μητέρα του Στέλιου, είχε μείνει μόνη στο χωριό της έξω από τη Λαμία μετά τον θάνατο του πεθερού μου. Αυτό από μόνο του δεν το αμφισβήτησα ποτέ. Ο άνθρωπός της είχε φύγει ξαφνικά, εκείνη φοβόταν τα βράδια, είχε και μια πίεση που την ταλαιπωρούσε. Τον πρώτο καιρό πηγαίναμε συχνά, της στέλναμε πράγματα, ο Στέλιος έπαιρνε τηλέφωνο σχεδόν καθημερινά.
Όταν όμως μου είπε ένα βράδυ ότι θα έρθει να μείνει μαζί μας «για λίγο», είπα πως πρέπει να το συζητήσουμε. Δεν είπα όχι. Είπα να δούμε πώς θα γίνει, για πόσο, πού θα κοιμάται, τι θα κάνουμε με τα παιδιά που ήδη μοιράζονταν δωμάτιο.
Ο Στέλιος ούτε που σήκωσε τα μάτια από το κινητό.
«Τι να συζητήσουμε, Μαρίνα; Η μάνα μου είναι. Δεν θα την αφήσω μόνη της.»
«Κι εγώ τι είμαι; Ένοικος εδώ μέσα;» του είπα.
Δεν απάντησε. Μόνο είπε ότι κάνω θέμα εκεί που δεν υπάρχει.
Η μητέρα του τελικά πήρε το δωμάτιο του Πέτρου. Ο Πέτρος κοιμόταν με τη Νεφέλη, και εγώ κάθε βράδυ άκουγα ψιθύρους και γκρίνιες από το παιδικό δωμάτιο, γιατί εκείνος ήθελε να κοιμάται με το φωτάκι ανοιχτό κι εκείνη όχι.
Τις πρώτες μέρες προσπάθησα πολύ. Της έφτιαχνα καφέ όπως τον ήθελε, βαρύ γλυκό. Την έπαιρνα μαζί μου στο σούπερ μάρκετ. Της έλεγα να καθίσουμε στο μπαλκόνι το απόγευμα. Μερικές φορές τη λυπόμουν πραγματικά. Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της και κοιτούσε το κινητό, λες και περίμενε να της τηλεφωνήσει ο άντρας της από κάπου.
Μετά άρχισαν τα μικρά.
«Αυτό το παιδί δεν τρώει τίποτα σωστό.»
«Η Νεφέλη είναι πολύ ατίθαση. Αν ήταν δικό μου παιδί, θα ήξερε.»
«Στο σπίτι δεν μυρίζει φαγητό, Μαρίνα μου. Τα παιδιά θέλουν κατσαρόλα.»
Δούλευα τότε σε ένα φαρμακείο στην Καλλιθέα, έξι ώρες όρθια, και γύριζα με το λεωφορείο κουρασμένη, με σακούλες στο ένα χέρι και το κεφάλι γεμάτο λογαριασμούς. Δεν μαγειρεύαμε κάθε μέρα κατσαρόλα. Κάποιες φορές τρώγαμε ομελέτα ή τοστ ή παραγγέλναμε σουβλάκια μια Παρασκευή. Δεν θεωρούσα ότι καταστρέφω την οικογένειά μου γι’ αυτό.
Όμως εκείνη δεν σταματούσε στα λόγια. Άνοιγε ντουλάπια και τα τακτοποιούσε «σωστά». Έπλενε τα ρούχα των παιδιών ξανά, επειδή έλεγε πως δεν ξέβγαζα καλά το απορρυπαντικό. Έμπαινε στο δωμάτιό μας το πρωί χωρίς να χτυπήσει, για να πάρει την απλώστρα από το μπαλκόνι.
Το χειρότερο ήταν ότι μιλούσε στον Στέλιο όταν εγώ δεν ήμουν μπροστά.
Το καταλάβαινα από τις φράσεις του. Γύριζε από τη δουλειά και ξαφνικά μου έλεγε: «Μήπως είσαι πολύ χαλαρή με τα παιδιά;» ή «Δεν γίνεται να βάζεις πλυντήριο όποτε να ’ναι, ανεβαίνει ο λογαριασμός». Πράγματα που δεν είχε προσέξει ποτέ μόνος του.
Μια Κυριακή, ενώ ετοίμαζα τα παιδιά για να πάμε στης αδερφής μου, η Νεφέλη δεν ήθελε να φορέσει το καλσόν της. Έκλαιγε, κλωτσούσε, είχε κάνει εκείνη τη γνωστή υπερένταση που κάνουν τα παιδιά όταν έχουν νυστάξει και πεινάσει μαζί.
Της είπα ήρεμα να καθίσει για να τη βοηθήσω.
Η πεθερά μου ήρθε από πίσω και είπε: «Άσ’ τη, Μαρίνα. Δεν ξέρεις. Δώσ’ τη μου εμένα.»
Η Νεφέλη χώθηκε πάνω μου. Και η κυρία Ελένη, μπροστά στο παιδί, είπε: «Ε, αφού την έχεις μάθει να κάνει ό,τι θέλει.»
Δεν φώναξα. Αυτό ήταν το περίεργο. Ένιωσα να μου ανεβαίνει κάτι στο λαιμό, αλλά μίλησα χαμηλά.
«Μη μου μιλάτε έτσι μπροστά στα παιδιά.»
Εκείνη έκανε πίσω σαν να την είχα σπρώξει.
«Εγώ για το καλό σας λέω δυο κουβέντες και μου επιτίθεσαι.»
Ο Στέλιος ήταν στον καναπέ. Δεν σήκωσε καν το βλέμμα από την τηλεόραση. Είπε μόνο: «Μην αρχίζετε πάλι, Κυριακή μέρα.»
Εκεί ήταν που κατάλαβα πως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η μητέρα του. Ήταν ότι εκείνος είχε αποφασίσει πως η ηρεμία του σπιτιού θα αγοράζεται πάντα με τη δική μου σιωπή.
Δεν μίλησα για δύο μέρες. Έκανα τα απολύτως απαραίτητα. Πήγαινα δουλειά, γυρνούσα, έβλεπα τα παιδιά, κοιμόμουν στην άκρη του κρεβατιού. Ο Στέλιος νόμιζε πως θα περάσει, όπως περνούσαν και άλλοι καβγάδες. Κι εγώ ίσως αυτό είχα μάθει να κάνω: να περνάω πράγματα από πάνω μου μέχρι να μην αναγνωρίζω τον εαυτό μου.
Την Τρίτη το βράδυ, αφού κοιμήθηκαν τα παιδιά, του είπα να κλείσει την τηλεόραση.
Του είπα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Ότι λυπάμαι την κυρία Ελένη, ότι δεν ζητάω να την εγκαταλείψει, ότι μπορούμε να βρούμε λύση: να πηγαίνει εκείνος πιο συχνά, να έρχεται εκείνη για λίγες μέρες, να βρεθεί κάποια κυρία στο χωριό να την βοηθάει, οτιδήποτε.
«Αλλά δεν θα ζω άλλο σαν να δίνω εξετάσεις μέσα στο σπίτι μου», του είπα.
Με κοίταξε κουρασμένος. Μου είπε πως τον βάζω να διαλέξει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπάει.
«Όχι», του είπα. «Εσύ με έβαλες να διαλέξω ανάμεσα στο να σωπάσω ή να χαθώ. Και δεν θα σωπάσω άλλο. Ή θα βάλεις όρια στη μητέρα σου και θα κανονίσεις να γυρίσει στο σπίτι της, ή θα πάρω τα παιδιά και θα πάω για λίγο στη μητέρα μου. Δεν το λέω για να σε τιμωρήσω. Δεν αντέχω.»
Έκλαψε. Δεν τον είχα δει να κλαίει ούτε στην κηδεία του πατέρα του, τουλάχιστον όχι μπροστά μου. Κι εγώ έκλαιγα, αλλά δεν τον αγκάλιασα. Ήμουν πολύ θυμωμένη για να τον παρηγορήσω.
Τελικά μίλησε στη μητέρα του την επόμενη μέρα. Εκείνη θύμωσε, είπε ότι την πετάμε έξω, ότι εγώ τον έχω αλλάξει, ότι θα πάθει κάτι μόνη της και θα έχουμε βάρος στη συνείδησή μας. Για δύο μέρες δεν μου απηύθυνε τον λόγο, αν και βρισκόμασταν στο ίδιο σπίτι.
Ο Στέλιος την πήγε πίσω στη Λαμία το Σάββατο. Έμεινε εκείνο το βράδυ μαζί της, κανόνισε με μια γειτόνισσα να περνάει να τη βλέπει και βρήκε, μέσω του ΚΑΠΗ της περιοχής, κάποιες δραστηριότητες για να μη μένει συνέχεια κλεισμένη.
Δεν έγιναν όλα καλά επειδή έφυγε. Ο Στέλιος ακόμη μου κρατάει καμιά φορά μια πίκρα, σαν να του πήρα κάτι που του ανήκε. Κι εγώ νιώθω ενοχές όταν τον ακούω να μιλάει μαζί της στο τηλέφωνο και εκείνη λέει με παράπονο ότι είναι μόνη.
Αλλά πριν από λίγες μέρες ο Πέτρος γύρισε στο δωμάτιό του. Άπλωσε τα βιβλία του στο γραφείο και μου είπε ότι επιτέλους μπορεί να διαβάσει χωρίς η Νεφέλη να του τραγουδάει στο αυτί.
Δεν του είπα τίποτα. Μόνο του ίσιωσα το πάπλωμα, που ήταν πεταμένο στη μισή πλευρά του κρεβατιού.