«Δεν είμαι παιδί σου για να μου κρύβεις τα χάπια»: Η μέρα που κατάλαβα πως δεν μπορώ να προστατεύω την κόρη μου από όλα

«Μην ξαναψάξεις τα πράγματά μου», μου είπε η κόρη μου μέσα στην κουζίνα, με τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο χέρι. «Δεν είμαι παιδί σου για να μου κρύβεις τα χάπια.»

Τα είχα βρει το προηγούμενο βράδυ, σε ένα κουτί πίσω από τα τάπερ. Τρία σχεδόν γεμάτα κουτάκια από το φάρμακο που παίρνει για τις κρίσεις της. Είχε πει ότι πέρασε από το φαρμακείο της γειτονιάς και ότι ήταν εντάξει. Κι εγώ την πίστεψα. Ή μάλλον, ήθελα να την πιστέψω.

Είναι 26 χρονών, δουλεύει σε ένα λογιστικό γραφείο στο Αιγάλεω και μένει ακόμη μαζί μου, μέχρι να μπορέσει να νοικιάσει κάτι δικό της. Τα τελευταία δυο χρόνια οδηγεί κανονικά, αφού ο νευρολόγος είχε πει πως, όσο ακολουθεί τη θεραπεία και είναι σταθερή, δεν υπάρχει θέμα. Εγώ όμως κάθε φορά που φεύγει για δουλειά, κοιτάω από το μπαλκόνι μέχρι να στρίψει.

Της είπα: «Δεν στα έκρυψα. Τα βρήκα. Και φοβήθηκα. Αύριο θα πας Πάτρα για το σεμινάριο με το αμάξι. Αν σου συμβεί κάτι στον δρόμο; Αν πάρεις κανέναν άνθρωπο μαζί σου;»

«Αυτό σκέφτεσαι πάντα; Τι θα πάθω, τι θα πάθει ο άλλος, τι θα κάνω εγώ λάθος;» μου απάντησε. «Ξέρεις καθόλου γιατί δεν τα έπαιρνα;»

Δεν ήξερα. Και εκεί ήταν το χειρότερο. Νόμιζα ότι επειδή εγώ έκλεινα τα ραντεβού στον ΕΟΠΥΥ, επειδή της θύμιζα τις εξετάσεις και ήμουν μαζί της όταν είχε κάνει την πρώτη κρίση στα 19 της, ήξερα τι περνάει.

Μου είπε ότι εδώ και μήνες είχε έντονη ζάλη, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά και κοιμόταν όρθια. «Σου το είπα μια φορά και μου είπες “μην κάνεις καμιά βλακεία και τα κόψεις μόνη σου”. Οπότε μετά δεν σου ξαναείπα τίποτα.»

Εκεί δεν είχα τι να πω. Το είχα πει έτσι ακριβώς. Ήμουν τρομαγμένη, αλλά αντί να τη ρωτήσω πώς είναι, της μίλησα σαν να ήταν ανεύθυνη.

Της ζήτησα να μην πάει στην Πάτρα. Της είπα πως θα έπαιρνα εγώ άδεια, θα την πήγαινα με ΚΤΕΛ αν ήταν τόσο απαραίτητο, ή θα μιλούσε στη δουλειά. Γέλασε νευρικά.

«Να πάρεις άδεια; Από πού; Από το σούπερ μάρκετ που ήδη ψάχνουν ποιον θα κόψουν ώρες; Και να πω στο γραφείο ότι η μάνα μου δεν με αφήνει να οδηγήσω; Δεν γίνεται να οργανώνεις τη ζωή μου επειδή φοβάσαι.»

Τότε θύμωσα. Της είπα ότι, αν οδηγούσε χωρίς να έχει μιλήσει με γιατρό, θα έπαιρνα εγώ τα κλειδιά. Δεν είμαι περήφανη γι’ αυτό. Ακούστηκε σαν απειλή και το κατάλαβα μόλις το είπα.

Η κόρη μου άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι. «Να τα πάρεις», είπε. «Αλλά δεν θα λύσεις τίποτα. Απλώς θα με κάνεις να σου λέω λιγότερα.»

Την επόμενη μέρα δεν πήγε στην Πάτρα. Όχι επειδή την έπεισα, αλλά επειδή έκλεισε μόνη της ραντεβού με τον νευρολόγο της και ζήτησε να πάω μαζί της. Αυτό, για μένα, ήταν ήδη κάτι.

Στο ιατρείο, ο γιατρός δεν της μίλησε καθόλου σαν παιδί. Την άκουσε, της εξήγησε ότι δεν έπρεπε να είχε διακόψει μόνη της το φάρμακο, αλλά και ότι οι παρενέργειες που περιέγραφε έπρεπε να είχαν συζητηθεί νωρίτερα. Της άλλαξε αγωγή, της έδωσε οδηγίες για την οδήγηση και της είπε να τον ενημερώνει η ίδια, όχι μέσω εμού.

Εγώ καθόμουν δίπλα και ένιωθα περιττή. Με πείραξε, όσο άσχημο κι αν ακούγεται. Τόσα χρόνια είχα μάθει να είμαι η άνθρωπος που θυμάται, που τρέχει, που προλαβαίνει. Και ξαφνικά έπρεπε να κάνω πίσω.

Στο τέλος ο γιατρός με κοίταξε και είπε ήρεμα: «Η υποστήριξη βοηθάει. Ο έλεγχος όμως συνήθως κάνει τον άλλον να κρύβεται.»

Στον γυρισμό η κόρη μου είπε ένα χαμηλό «συγνώμη που δεν σου μίλησα». Της είπα κι εγώ συγνώμη που της έκανα την αγωνία μου δική της ευθύνη. Δεν λύθηκαν όλα εκείνη τη μέρα. Ακόμη φοβάμαι όταν παίρνει το αυτοκίνητο, και εκείνη ακόμη εκνευρίζεται όταν τη ρωτάω αν πήρε το φάρμακό της.

Αλλά προσπαθώ να ρωτάω λιγότερο και να ακούω περισσότερο, όσο και αν με δυσκολεύει. Εσείς τι πιστεύετε; Όταν βλέπεις έναν δικό σου άνθρωπο να κάνει ένα λάθος που μπορεί να τον πληγώσει, τον προστατεύεις με κάθε τρόπο ή τον αφήνεις να αποφασίσει και να ζήσει τις συνέπειες;