«Μα καλά, τη μάνα μας θα τη μετράμε με τετραγωνικά;» μου είπε η αδελφή μου όταν αρνήθηκα να τη φέρω ξανά σπίτι μου
«Δηλαδή θα την αφήσεις μόνη της επειδή κουράστηκες;» μου είπε η αδελφή μου στο τηλέφωνο, κι εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να μου έριξε κουβά με κρύο νερό.
Η μητέρα μου είχε κάνει επέμβαση στο ισχίο στο Αττικόν πριν από δυόμισι μήνες. Οι γιατροί είπαν ότι χρειαζόταν βοήθεια για λίγο: φάρμακα, φυσικοθεραπείες, μαγείρεμα, να μη σηκώνει βάρος. Μένει μόνη της σε ένα παλιό διαμέρισμα στην Κυψέλη, τρίτος χωρίς ασανσέρ. Η αδελφή μου μένει Περιστέρι, εγώ Παγκράτι.
Πριν καν βγει η μητέρα μου από το νοσοκομείο, είπα: «Θα έρθει σε μένα, τι να κάνουμε; Είμαι πιο κοντά και στις φυσικοθεραπείες.» Δεν το συζήτησα κανονικά με τον άντρα μου. Του το ανακοίνωσα στο αυτοκίνητο, έξω από το νοσοκομείο.
Μου είπε μόνο: «Αν το αντέχεις, εγώ δεν θα σου πω όχι. Αλλά μην το πάρεις όλο πάνω σου πάλι.»
Εκεί εκνευρίστηκα. «Πάλι; Είναι η μάνα μου.»
Η αλήθεια είναι ότι το σπίτι μας είναι μικρό. Δυο υπνοδωμάτια, και το δεύτερο το χρησιμοποιούσε η κόρη μας για διάβασμα και ύπνο όταν ερχόταν από τη σχολή της στην Πάτρα. Η μητέρα μου μπήκε εκεί. Στην αρχή όλα πήγαν σχετικά καλά. Έκανα τηλεργασία για λίγες ώρες από το σπίτι, μετά έτρεχα στο σούπερ μάρκετ, μαγείρευα χωρίς αλάτι γιατί έτσι της είχαν πει, την πήγαινα στον φυσικοθεραπευτή στη Νέα Σμύρνη.
Η αδελφή μου έστελνε χρήματα για τα φάρμακα και ερχόταν κάθε Κυριακή με τα παιδιά της. Δεν μπορώ να πω ότι εξαφανίστηκε. Αλλά τις Κυριακές η μητέρα μου ήταν πιο ξεκούραστη, το σπίτι τακτοποιημένο και εγώ χαμογελούσα λες και δεν είχε γίνει τίποτα όλη την εβδομάδα.
Δεν της είπα ποτέ ότι άρχισα να κλαίω στο μπάνιο για να μην ακούσει κανείς. Δεν της είπα ότι ο άντρας μου έτρωγε συχνά κρύο φαγητό, γιατί εγώ πρώτα πρόσεχα τι θα φάει η μητέρα μου. Δεν είπα ούτε στην κόρη μου πόσο με πείραξε όταν μου είπε: «Μαμά, δεν έχω πού να κοιμηθώ όταν έρχομαι. Μήπως να μην κατέβω αυτό το Σαββατοκύριακο;»
Περίμενα, χωρίς να το ζητήσω καθαρά, να το καταλάβουν όλοι μόνοι τους. Αυτό ήταν δικό μου λάθος.
Πριν μια εβδομάδα, η μητέρα μου μπορούσε πια να περπατήσει με το Π και να ανέβει λίγα σκαλιά με βοήθεια. Είπα στην αδελφή μου ότι από τον επόμενο μήνα πρέπει να πάρουμε μια γυναίκα για λίγες ώρες ή να μένει η μητέρα μας εναλλάξ και στα δυο σπίτια.
«Δεν γίνεται σε μένα», μου είπε. «Ο άντρας μου φεύγει από τις έξι, τα παιδιά έχουν φροντιστήρια, κι εγώ μπορεί να με κόψουν από τη δουλειά. Εσύ δουλεύεις σπίτι.»
Της είπα: «Το ότι δουλεύω σπίτι δεν σημαίνει ότι δεν δουλεύω. Και δεν σημαίνει ότι είμαι η μόνιμη λύση.»
Τότε μου πέταξε το άλλο. «Εσύ έχεις το πάνω διαμέρισμα στο χωριό, που στο έγραψε ο πατέρας. Εγώ δεν είπα ποτέ τίποτα. Τώρα θα μετρήσουμε ποια κάνει περισσότερα;»
Εκεί πάγωσα. Το σπίτι στο χωριό είναι μισοτελειωμένο, θέλει λεφτά που δεν έχω και δεν το νοικιάζω. Αλλά είχε δίκιο σε κάτι: όταν έγινε η γονική παροχή, εγώ το δέχτηκα σαν να ήταν φυσιολογικό, ενώ εκείνη είπε πως δεν ήθελε καβγάδες. Δεν τη ρώτησα ποτέ αν όντως δεν την πείραζε.
Μετά μίλησα με τη μητέρα μου. Της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα ότι δεν μπορώ άλλο έτσι.
«Σε βαραίνω, ε;» μου είπε.
«Δεν είναι αυτό. Αλλά έχω χαθεί μέσα σε όλα.»
Και μου απάντησε: «Η αδελφή σου έχει πιο πολλά στο κεφάλι της. Εσύ πάντα τα καταφέρνεις.»
Αυτό ήταν που με διέλυσε πιο πολύ. Όχι επειδή δεν την αγαπάω. Την αγαπάω και φοβάμαι να τη βλέπω να δυσκολεύεται. Αλλά τόσα χρόνια το “εσύ τα καταφέρνεις” κατέληξε να σημαίνει “εσύ θα τα κάνεις”. Και εγώ το δεχόμουν, για να ακούσω έστω ένα μπράβο, μια αναγνώριση.
Τελικά βρήκαμε μια κυρία από τη γειτονιά της μητέρας μου, με σύσταση, να πηγαίνει πρωί-πρωί για τα βασικά. Θα πληρώνουμε και οι δυο. Η μητέρα μου θα επιστρέψει στο σπίτι της σε δέκα μέρες, κι εγώ θα πηγαίνω τρεις φορές την εβδομάδα. Η αδελφή μου είπε ότι θα αναλάβει τα απογεύματα και τα ραντεβού στο Κέντρο Υγείας όταν χρειάζονται.
Δεν λύθηκαν όλα. Ακόμα μιλάμε κάπως κοφτά. Και νιώθω ενοχές, σαν να έκανα την υποχρεώση μου παζάρι. Από την άλλη, χτες η κόρη μου ήρθε σπίτι και κοιμήθηκε στο δωμάτιό της. Κάθισα μαζί της στον καναπέ και ένιωσα ότι ξαναβρήκα λίγο το σπίτι μου.
Λέτε ότι η αφοσίωση στην οικογένεια δικαιολογεί να θυσιάζουμε τελείως την ηρεμία και την ζωή μας ή έπρεπε να είχα βάλει όρια από την αρχή;