«Δεν γίνεται να φύγεις τώρα» μου είπε ο άντρας μου, όταν ζήτησα πίσω το δωμάτιό μου
«Δεν γίνεται να φύγεις τώρα. Η μάνα μου δεν είναι βάρος για να τη διώχνουμε όταν μας δυσκολεύει», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει εκείνη από το σαλόνι.
Εγώ δεν είχα πει να τη διώξουμε. Είχα πει ότι δεν αντέχω άλλο να κοιμάμαι στον καναπέ του σαλονιού, δυόμισι χρόνια μετά.
Η πεθερά μου ήρθε αρχικά για λίγες εβδομάδες. Είχε κάνει επέμβαση στο ισχίο, έμενε μόνη της σε ένα δυάρι στην Καλλιθέα, στον τρίτο χωρίς ασανσέρ, και ο άντρας μου είπε το αυτονόητο: «Θα έρθει εδώ μέχρι να σταθεί στα πόδια της». Είπα ναι αμέσως. Και το εννοούσα.
Μόνο που το δικό μας σπίτι, ένα νοικιασμένο 68 τετραγωνικών στο Αιγάλεω, είχε δύο υπνοδωμάτια. Στο ένα κοιμόμασταν εμείς, στο άλλο δούλευα εγώ από το σπίτι δύο μέρες την εβδομάδα και κρατούσα τα πράγματά μου. Έγινε το δωμάτιό της, γιατί χρειαζόταν ησυχία και εύκολη πρόσβαση στο μπάνιο. Εμείς μεταφερθήκαμε στο σαλόνι «για λίγο».
Μετά ήρθαν οι φυσικοθεραπείες, τα φάρμακα, τα ραντεβού στο Κέντρο Υγείας και στο νοσοκομείο. Μετά άρχισε να φοβάται να μείνει μόνη. Ο άντρας μου δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων και γύριζε αργά. Εγώ δουλεύω σε λογιστικό γραφείο, με ωράρια που αλλάζουν κάθε μήνα. Κι όμως, εγώ ήμουν αυτή που έφτιαχνα το φαγητό, που θυμόμουν τα χάπια, που περίμενα τον ΕΟΠΥΥ για τις εγκρίσεις, που ακύρωνα έξοδο γιατί «δεν γίνεται να την αφήσουμε έτσι».
Δεν λέω ότι δεν έκανα λάθη. Δεν μίλησα όταν έπρεπε. Κάθε φορά που κάτι με έπνιγε, το κατάπινα και μετά ξεσπούσα για άσχετα. Μια φορά της είπα απότομα: «Δεν μπορώ να μου φωνάζετε από το άλλο δωμάτιο για ένα ποτήρι νερό κάθε δέκα λεπτά». Την είδα να μαζεύεται και ντράπηκα.
Επίσης, είχα αρχίσει να κρατάω λίγα χρήματα στην άκρη χωρίς να το έχω πει στον άντρα μου. Όχι για να τον κοροϊδέψω. Για να μπορώ, αν χρειαστεί, να νοικιάσω έστω ένα μικρό γραφείο ή να φύγω δυο βράδια κάπου μόνη μου. Όταν το βρήκε τυχαία, ένιωσε ότι ετοίμαζα έξοδο κινδύνου από τον γάμο μας. Ίσως αυτό ακριβώς έκανα, χωρίς να το παραδέχομαι ούτε στον εαυτό μου.
Το χειρότερο ήταν πως η πεθερά μου δεν είναι κακή άνθρωπος. Κάνει οικονομία για να μη μας επιβαρύνει, λέει συνέχεια «μην ασχολείσαι μαζί μου», αλλά μετά, αν κλειστώ στο μπάνιο για δέκα λεπτά, χτυπάει την πόρτα ανησυχώντας. Μου έχει πει: «Ξέρω ότι σας έχω αναστατώσει, παιδί μου». Και μετά ο άντρας μου της λέει μπροστά μου: «Μην ακούς τίποτα, εδώ είναι το σπίτι σου».
Εκεί με πειράζει. Γιατί είναι και δικό της σπίτι, το καταλαβένω. Αλλά είναι και δικό μου. Κι εγώ έχω πάψει να νιώθω ότι χωράω.
Την περασμένη Κυριακή είπα ήρεμα ότι πρέπει να δούμε μια λύση. Να βρούμε βοήθεια στο σπίτι για λίγες ώρες, να μιλήσουμε με την κοινωνική υπηρεσία του δήμου, να φτιάξουμε ξανά το δωμάτιο ώστε να μπορώ να δουλεύω και να κοιμάμαι σαν άνθρωπος. Ο άντρας μου άκουσε μόνο το «να φύγει η μάνα μου».
«Δηλαδή αν ήταν η δική σου μητέρα, θα το έλεγες;» με ρώτησε.
Του είπα την αλήθεια: «Αν ήταν η μητέρα μου, θα είχα κάνει το ίδιο λάθος. Θα την έφερνα χωρίς σχέδιο και θα περίμενα από σένα να αντέξεις τα πάντα».
Δεν απάντησε. Η πεθερά μου από το σαλόνι είπε μόνο: «Μη μαλώνετε για μένα». Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο μικρή που σχεδόν ζήτησα συγγνώμη επειδή ήθελα ένα κρεβάτι και μια πόρτα που να κλείνει.
Από τότε μιλάμε τυπικά. Ο άντρας μου ψάχνει, λέει, για λύσεις, αλλά δεν ξέρω αν το κάνει επειδή με άκουσε ή για να σταματήσω να γκρινιάζω. Κι εγώ νιώθω άσχημα, γιατί βλέπω έναν άνθρωπο που γέρασε και φοβάται, αλλά ταυτόχρονα φοβάμαι ότι αν κάνω άλλη υπομονή, θα εξαφανιστώ τελείως από τη δική μου ζωή.
Μήπως άργησα να βάλω όρια επειδή ήθελα να είμαι η «καλή»; Και τελικά, σε ποιο σημείο η αντοχή παύει να είναι φροντίδα και γίνεται αυτοκαταστροφή;