Ο πατέρας της είχε κλειδί για το σπίτι της — και εκείνη άρχισε να φοβάται κάθε ήχο στην πόρτα

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα δεν ήταν κάτι σοβαρό. Ήταν το σφουγγάρι της κουζίνας.

Το είχα αφήσει δίπλα στον νεροχύτη, πάνω σε ένα μικρό πιατάκι. Όταν γύρισα από τη δουλειά, ήταν κρεμασμένο στη βρύση, στραγγισμένο σωστά, σαν να μην μπορούσα ούτε αυτό να το κάνω μόνη μου.

Έμεινα να το κοιτάω με την τσάντα ακόμα στον ώμο. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω ότι είχε περάσει ο πατέρας μου από το σπίτι.

Είμαι 29 χρονών και μένω μόνη μου εδώ και ενάμιση χρόνο, σε ένα δυάρι στο Παγκράτι που ήταν της γιαγιάς μου. Δεν το αγόρασα εγώ, φυσικά. Η γιαγιά το άφησε στον πατέρα μου, κι εκείνος, όταν πέθανε η μητέρα μου και εγώ ήθελα να φύγω από το πατρικό, είπε να μείνω εκεί. Πληρώνω λογαριασμούς, κοινόχρηστα, ό,τι μπορώ. Το ενοίκιο δεν το πληρώνω.

Ο πατέρας μου πλήρωσε και αρκετά για να φτιαχτεί. Έβαλε καινούριο θερμοσίφωνα, άλλαξε κάτι παλιά ντουλάπια, έφερε έναν φίλο του για τα ηλεκτρολογικά. Τότε ήμουν ευγνώμων. Και είμαι ακόμα, αν είμαι ειλικρινής.

Κράτησε ένα κλειδί «για παν ενδεχόμενο». Δεν μου φάνηκε περίεργο. Κι εγώ θα το έκανα ίσως στη θέση του. Ζει μόνος από τότε που χάσαμε τη μητέρα μου και έχει αυτή τη συνήθεια να σκέφτεται πάντα το χειρότερο. Μήπως αρρωστήσω, μήπως κλειδωθώ έξω, μήπως γίνει κάτι.

Στην αρχή ερχόταν μόνο όταν του το ζητούσα. Μια φορά που έλειπα στη δουλειά και περίμενα τον υδραυλικό. Μια άλλη που είχα φύγει για τριήμερο στην Αίγινα με δύο φίλες και πότισε τις γλάστρες. Με βόλευε κιόλας.

Μετά άρχισε να περνάει χωρίς να μου λέει.

Όχι κάθε μέρα. Αυτό ίσως θα ήταν πιο εύκολο να το αντιμετωπίσω. Περνούσε αραιά και απρόβλεπτα. Άφηνε μια σακούλα με πορτοκάλια από το χωριό στο τραπέζι. Έβαζε τάπερ στο ψυγείο. Μου έστελνε μήνυμα αργότερα: «Σου άφησα φασολάκια, μην πάρεις απ’ έξω πάλι.»

Και δεν ήθελα να φανώ αχάριστη. Τα φασολάκια του είναι πολύ καλά, να λέμε την αλήθεια.

Μόνο που μια μέρα γύρισα και βρήκα ανοιχτή την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου. Την κρατάω σχεδόν πάντα κλειστή, όχι για κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Είχα ρούχα πάνω στην καρέκλα, ένα άπλυτο ποτήρι στο κομοδίνο, τα σεντόνια μισοβγαλμένα. Πράγματα απολύτως συνηθισμένα, αλλά δικά μου.

Τον πήρα τηλέφωνο.

«Μπαμπά, πέρασες από το σπίτι;»

«Ναι, γιατί; Σου άφησα κάτι χαρτιά από την πολυκατοικία.»

Του είπα ότι δεν ήθελα να μπαίνει στην κρεβατοκάμαρά μου. Γέλασε λίγο, όχι κοροϊδευτικά ακριβώς, περισσότερο σαν να του είπα κάτι υπερβολικό.

«Καλά, βρε Άννα, δεν μπήκα να σου ψάξω τα πράγματα. Ένα παράθυρο κοίταξα, νόμιζα ότι το είχες αφήσει ανοιχτό.»

Είχε δίκιο ότι το παράθυρο δεν έκλεινε καλά. Είχε δίκιο και ότι δεν είχε λόγο να ψάξει κάτι. Παρ’ όλα αυτά, μετά το τηλεφώνημα έκανα έναν γύρο στο σπίτι και ένιωθα σαν επισκέπτρια. Άνοιξα το ντουλάπι κάτω από τον νεροχύτη, το ξαναέκλεισα. Κοίταξα το μπάνιο. Έβγαλα από την τσάντα μου ένα παλιό δέμα με χαρτιά που είχα αφήσει στην ντουλάπα και το έβαλα αλλού, χωρίς να ξέρω γιατί.

Το πιο άσχημο έγινε ένα Σάββατο πρωί.

Είχα κοιμηθεί αργά. Είχα βγει το προηγούμενο βράδυ με τον Στέλιο, με τον οποίο ήμασταν σε μια φάση που δεν ήξερα καν πώς να την ονομάσω. Γύρω στις δέκα άκουσα κλειδί στην πόρτα. Όχι κουδούνι. Κλειδί.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι φορώντας ένα μεγάλο μπλουζάκι και πριν προλάβω να πω κάτι, ο πατέρας μου ήταν ήδη στον διάδρομο.

«Καλά, κοιμάσαι ακόμα;» είπε. «Σου έφερα καφέδες.»

Πίσω μου εμφανίστηκε ο Στέλιος, ζαλισμένος, ψάχνοντας την μπλούζα του. Ο πατέρας μου πάγωσε. Εγώ δεν θυμάμαι ακριβώς τι ένιωσα πρώτο. Ντροπή, θυμό, πανικό. Μάλλον όλα μαζί.

Ο πατέρας μου άφησε τους καφέδες στο τραπέζι. Δεν είπε τίποτα στον Στέλιο. Σε μένα είπε μόνο: «Θα έπρεπε τουλάχιστον να μου το έχεις πει.»

Αυτό με εξόργισε τόσο, που άρχισα να φωνάζω. Του είπα ότι δεν χρωστάω αναφορά για το ποιος κοιμάται στο σπίτι μου. Εκείνος μου είπε ότι το σπίτι δεν είναι ακριβώς δικό μου και ότι, αν θέλω να ζω «τελείως ανεξάρτητα», μπορώ να πληρώνω νοίκι όπως όλος ο κόσμος.

Ήταν χαμηλή κουβέντα, αλλά ακούστηκε σαν χαστούκι.

Ο Στέλιος έφυγε σχεδόν αμέσως. Μου έστειλε αργότερα ένα μήνυμα, ότι καταλάβαινε πως ήταν οικογενειακό θέμα και δεν ήθελε να μπλεχτεί. Δεν τον ξαναείδα μετά από εκείνο το Σαββατοκύριακο. Δεν λέω ότι έφταιγε μόνο αυτό, αλλά δεν βοήθησε.

Για δύο εβδομάδες δεν μιλούσαμε κανονικά με τον πατέρα μου. Μόνο κάτι πρακτικά μηνύματα. «Πλήρωσες τη ΔΕΗ;» «Ο διαχειριστής είπε για το ασανσέρ.» Εγώ έγραφα ξερά, εκείνος απαντούσε ξερά.

Κάποια βράδια σκεφτόμουν να του δώσω πίσω το σπίτι και να βρω συγκατοίκηση, έστω σε καμιά υπόγα στην Κυψέλη. Μετά έμπαινα στις αγγελίες και τις έκλεινα. Με τον μισθό μου στο φαρμακείο, τα ενοίκια που ζητάνε τώρα είναι αστείο και να το συζητάς.

Τελικά άλλαξα κλειδαριά. Δεν του το είπα πριν. Το έκανα ένα μεσημέρι που είχα ρεπό, σχεδόν τρέμοντας, σαν να έκανα κάτι παράνομο. Ο κλειδαράς με ρώτησε αν θέλω ίδιο κλειδί ασφαλείας και του είπα ναι, χωρίς να τον κοιτάξω.

Τον πήρα το βράδυ. Του είπα ότι άλλαξα την κλειδαριά και πως, αν υπάρξει ανάγκη, θα τον πάρω εγώ. Σιώπησε αρκετή ώρα.

«Εντάξει», είπε τελικά. «Αφού έτσι νιώθεις.»

Δεν μου ζήτησε κλειδί. Αυτό, παράξενα, με έκανε να νιώσω χειρότερα.

Από τότε έρχεται μόνο όταν συμφωνούμε. Μερικές φορές φέρνει φαγητό και περιμένει έξω να του ανοίξω. Άλλες φορές πάμε για καφέ κοντά στο σπίτι του και κάνουμε σαν να μην έγινε ποτέ εκείνος ο καβγάς. Δεν είναι ακριβώς όπως πριν, αλλά ίσως ούτε πριν ήταν τόσο καλά όσο νόμιζα.

Πριν λίγες μέρες μου είπε ότι πρέπει να δούμε κάτι για τα κοινόχρηστα που χρωστάει ένας ένοικος. Του είπα να περάσει την Τετάρτη, μετά τις επτά.

«Να χτυπήσω;» με ρώτησε.

Το είπε ήρεμα, ίσως και λίγο ειρωνικά, δεν είμαι σίγουρη. Του είπα ναι.

Και μετά κλείσαμε, χωρίς να πούμε τίποτα άλλο.