«Μας είπαν αχάριστους επειδή σταματήσαμε να πληρώνουμε για όλους» — όταν ο γάμος πιέζεται από τις απαιτήσεις της οικογένειας
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑΣ
Οι μισές μας συζητήσεις πια καταλήγουν στον ίδιο λογαριασμό: ποιος ζήτησε πάλι λεφτά και από πού θα βγουν. Είμαι παντρεμένη 8 χρόνια με τον Μάρεκ, μένουμε Αθήνα, δουλεύουμε και οι δύο, όχι σε καμιά μεγάλη θέση, απλά για να τα βγάζουμε πέρα. Από τότε που παντρευτήκαμε, σχεδόν πάντα υπήρχε κάποιο «έκτακτο» από τη δική του οικογένεια. Μια φορά για φάρμακα της μητέρας του, μετά για ένα χρέος του αδερφού του, μετά για να μην κοπεί το ρεύμα στο σπίτι τους, μετά για το νοίκι της ανιψιάς που σπούδαζε. Πάντα κάτι σοβαρό, πάντα με την ίδια λογική, ότι ο Μάρεκ είναι ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει γιατί είναι ο πιο σταθερός.
Στην αρχή δεν έλεγα πολλά. Το έβλεπα ανθρώπινα. Και εγώ αν είχε ανάγκη η μάνα μου, θα βοηθούσα. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για μια δύσκολη στιγμή. Μιλάμε για χρόνια. Για λεφτά που έφευγαν χωρίς κουβέντα, για δικά μας σχέδια που πήγαιναν πίσω, για διακοπές που δεν έγιναν ποτέ, για μια μικρή ανακαίνιση στο σπίτι που όλο την αφήναμε, για το ότι εγώ άρχισα να σκέφτομαι μέχρι και το σούπερ μάρκετ λες και κάνω λογιστήριο.
Το χειρότερο δεν ήταν μόνο τα λεφτά. Ήταν ότι όλα θεωρούνταν αυτονόητα. Κανείς δεν έλεγε ούτε ένα «πώς τα βγάζετε εσείς;». Μόνο ανάγκες. Και ο άντρας μου, από ενοχή μάλλον, δεν έβαζε ποτέ φρένο. Με αποτέλεσμα εγώ να νευριάζω μαζί του, μετά να τσακωνόμαστε, και στο τέλος να νιώθω η κακιά της ιστορίας.
Πριν λίγο καιρό έγινε μεγάλος καβγάς. Όχι για κάποιο τεράστιο ποσό, για αυτό ίσως και με πείραξε πιο πολύ. Ζήτησαν πάλι βοήθεια ενώ ήξεραν ότι εμείς εκείνον τον μήνα είχαμε δόση ασφάλειας, συνεργείο για το αυτοκίνητο και κάτι εξετάσεις που έκανα εγώ. Εκεί έσπασα. Του είπα ότι δεν αντέχω άλλο να ζω σαν να είμαστε ταμείο για όλη την οικογένεια του. Έκλαψα, φώναξα, του είπα και βαριές κουβέντες που δεν ήταν σωστές.
Για πρώτη φορά όμως ο Μάρεκ στάθηκε. Μίλησε στους δικούς του και είπε ότι δεν θα ξαναδώσουμε έτσι λεφτά, εκτός αν είναι πραγματικά επείγον και αφού πρώτα δούμε τι μπορούμε. Από τότε το κλίμα χάλασε εντελώς. Του μιλάνε ψυχρά, σε μένα σχεδόν καθόλου. Πετάχτηκε και το γνωστό ότι από τότε που παντρεύτηκε άλλαξε. Εγώ νιώθω και ανακούφιση και ενοχή μαζί. Σαν να κερδίσαμε λίγο αέρα στο σπίτι μας, αλλά με αντάλλαγμα να γίνουμε οι αχάριστοι.
Θέλω να σε ρωτήσω κάτι πολύ συγκεκριμένο: όταν η βοήθεια στην οικογένεια γίνεται μόνιμη υποχρέωση, πρέπει να δεχτείς ότι θα σε πουν σκληρή αν τη σταματήσεις ή όντως το χειριστήκαμε άσχημα και πληγώσαμε ανθρώπους που είχαν ανάγκη;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ
Το πιο σημαντικό σημείο στο γράμμα σου δεν είναι ότι ζητούσαν συχνά χρήματα. Είναι ότι τα ζητούσαν σαν να υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία πως ο Μάρεκ θα καλύπτει ό,τι δεν βγαίνει. Εκεί αλλάζει όλη η ιστορία. Άλλο η βοήθεια, άλλο η μόνιμη χρηματοδότηση μιας ολόκληρης οικογενειακής ανεπάρκειας.
Καταλαβαίνω γιατί νιώθεις ενοχή. Στην Ελλάδα πολλές οικογένειες στηρίχτηκαν έτσι για χρόνια, ειδικά μετά από δύσκολες περιόδους, ανεργία, χαμηλούς μισθούς, χρέη που έμειναν. Δεν είναι παράλογο ένας γιος να βοηθά. Παράλογο γίνεται όταν δεν υπάρχει ούτε μέτρο ούτε κουβέντα ούτε αμοιβαιότητα. Όταν κανείς δεν ρωτά αν εσείς μπορείτε, τότε δεν ζητάει βοήθεια· θεωρεί πρόσβαση.
Θα σου πω όμως και κάτι που δεν σε βγάζει τελείως απ’ έξω. Εσύ δεν θύμωσες μόνο με τους συγγενείς του. Θύμωσες γιατί για καιρό δεχόσουν μια κατάσταση ελπίζοντας ότι ο άντρας σου θα καταλάβει μόνος του πού πάει το πράγμα. Δεν το κατάλαβε. Ή μάλλον το καταλάβαινε και το ανέβαλλε, γιατί τον βόλευε να είναι ο καλός γιος και εσύ να κρατάς μέσα σου την αγανάκτηση. Στους πολλούς τέτοιους καβγάδες, ο άνθρωπος που μένει σιωπηλός συνήθως βγάζει κάποιον άλλον «κακό». Στη δική σας περίπτωση, εσένα.
Το ότι τελικά μίλησε, είναι σημαντικό. Αλλά η απόφασή του έχει κόστος και πρέπει να το αντέξει ο ίδιος, όχι να το ξαναφορτωθείς εσύ. Οι συγγενείς του μπορεί πράγματι να πικράθηκαν. Μπορεί και να είχαν πραγματικές ανάγκες. Αυτό όμως δεν δημιουργεί αυτόματο δικαίωμα πάνω στον μισθό σας. Ούτε κάθε ανάγκη είναι δική σας ευθύνη να λυθεί.
Αν θέλετε να το κρατήσετε καθαρό, χρειάζεται μία σταθερή γραμμή: όχι άλλα χρήματα χωρίς κοινή απόφαση μεταξύ σας, όχι απαντήσεις της στιγμής από ενοχή, και αν υπάρξει αληθινά σοβαρό θέμα, συγκεκριμένο ποσό και μόνο αυτό. Όχι αόριστο «βλέπουμε». Τα αόριστα είναι που ανοίγουν ξανά την κάνουλα.
Δεν νομίζω ότι είστε αχάριστοι. Νομίζω ότι αργήσατε να παραδεχτείτε πως ένα παντρεμένο ζευγάρι δεν μπορεί να χτίσει ζωή όταν λειτουργεί ως εφεδρικός προϋπολογισμός άλλων. Αν κάποιοι πληγώθηκαν, ναι, συνέβη. Αλλά μερικές σχέσεις χαλάνε όχι όταν βάζεις όριο, αλλά όταν σταματάς να χρηματοδοτείς την ψευδαίσθηση ότι όλα ήταν εντάξει.
ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΣΑΣ
Όταν μια οικογένεια ζητάει οικονομική βοήθεια ξανά και ξανά, πότε σταματά να είναι στήριξη και γίνεται δεδομένη υποχρέωση;