«Στο σπίτι μου δεν πετάμε τίποτα»: Όταν η πεθερά μου κλείδωσε το ντουλάπι με τα τρόφιμα ενώ μέναμε προσωρινά μαζί της
«Μην ανοίγεις άλλο το ντουλάπι, σε παρακαλώ. Τα έχω μετρημένα μέχρι να πάω λαϊκή την Τετάρτη.»
Αυτό μου είπε η πεθερά μου ένα βράδυ, μπροστά στην κόρη μου, όταν πήγα να πάρω λίγα μακαρόνια. Δεν το είπε φωνάζοντας. Αυτό ήταν ίσως το χειρότερο. Το είπε ήρεμα, σαν να μου θύμιζε έναν κανόνα που έπρεπε να ξέρω.
Μέναμε στο σπίτι της εδώ και δυόμισι μήνες. Ο άντρας μου είχε μείνει χωρίς δουλειά όταν έκλεισε το συνεργείο όπου δούλευε, κι εγώ είχα μόνο λίγες ώρες καθαριότητα σε δύο σπίτια. Το νοίκι στο δυάρι μας στον Κορυδαλλό είχε μείνει πίσω δύο μήνες. Όταν ο ιδιοκτήτης μάς είπε πως δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, η πεθερά μου μάς είπε: «Ελάτε εδώ μέχρι να σταθείτε. Οικογένεια είμαστε.»
Της ήμουν ευγνώμων. Αλήθεια. Έφυγα από το σπίτι μας με σακούλες, όχι με κούτες, γιατί ντρεπόμουν ακόμα και να παραδεχτώ πόσο προσωρινό ήταν όλο αυτό.
Από την πρώτη εβδομάδα όμως υπήρχαν κανόνες. Πλυντήριο μόνο Σάββατο. Θέρμανση το πολύ δύο ώρες το βράδυ. Το ντους γρήγορα. Και το φαγητό, συγκεκριμένο. «Δεν γίνεται να μαγειρεύουμε ό,τι θέλει ο καθένας», έλεγε.
Στην αρχή συμφωνούσα. Το σπίτι ήταν δικό της, η σύνταξή της μικρή, οι λογαριασμοί ακριβοί. Δεν είχα δικαίωμα να κάνω την άνετη. Έφερνα κι εγώ ό,τι μπορούσα από το σούπερ μάρκετ, γάλα για το παιδί, ψωμί, πάνες όταν χρειαζόταν. Απλώς δεν έφταναν πάντα.
Εκείνο το βράδυ η κόρη μου είχε γυρίσει από το σχολείο και είπε πως πεινούσε. Είχε φάει φακές το μεσημέρι, αλλά δεν τις τρώει εύκολα και είχε αφήσει σχεδόν το μισό πιάτο. Πήγα να της κάνω λίγα μακαρόνια με τυρί.
Η πεθερά μου στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας.
«Υπάρχει ψωμί και λίγο τυρί στο ψυγείο», μου είπε.
«Δεν θέλει άλλο ψωμί, μαμά. Πεινάει το παιδί.»
«Κι εγώ πεινάω ώρες ώρες, αλλά δεν ανοίγω κατσαρόλες στις δέκα το βράδυ.»
Τότε η μικρή κατέβασε το κεφάλι. Κι εγώ, αντί να το μαζέψω, είπα πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε: «Δεν μιλάμε για σένα. Μιλάμε για ένα παιδί επτά χρονών.»
Ο άντρας μου καθόταν στο σαλόνι και άκουγε. Δεν μίλησε αμέσως. Μετά είπε μόνο: «Μην το κάνουμε θέμα τώρα.»
Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. Όχι γιατί περίμενα να μαλώσει τη μητέρα του, αλλά γιατί ένιωσα ότι έπρεπε εγώ να κάνω πως δεν έγινε τίποτα για να μη χαλάσει η ηρεμία του σπιτιού.
Την επόμενη μέρα βρήκα το ντουλάπι με ένα μικρό λουκέτο. Η πεθερά μου είπε ότι το έβαλε επειδή «μπερδεύονται τα πράγματα και μετά δεν ξέρει τι λείπει». Ένιωσα σαν ξένη. Σαν να έπρεπε να ζητάω άδεια για ένα πακέτο ρύζι.
Δεν λέω ότι δεν είχα κι εγώ ευθύνη. Είχα κρύψει από τον άντρα μου ότι χρωστούσα 180 ευρώ σε μια φίλη μου από τότε που είχαμε πληρώσει τα κοινόχρηστα. Φοβόμουν ότι θα γίνει καβγάς και το άφηνα. Επίσης, κάποιες φορές έπαιρνα πράγματα από το ντουλάπι χωρίς να τα λέω, επειδή σκεφτόμουν «σιγά, αύριο θα τα αντικαταστήσω». Μόνο που το αύριο αργούσε.
Όταν τελικά του το είπα, μου απάντησε: «Η μάνα μου δεν είναι πλούσια. Έχει περάσει χρόνια με δελτίο, με δανεικά, με τον πατέρα μου άρρωστο. Αν φοβάται μην της τελειώσουν τα τρόφιμα, δεν το κάνει για να μας τιμωρήσει.»
Το καταλαβένω αυτό. Η πεθερά μου μεγάλωσε τρία παιδιά με έναν μισθό και μετά έμεινε μόνη της. Κρατάει ακόμα σακούλες από το μανάβικο, κόβει το σφουγγάρι στη μέση, δεν πετάει ούτε μπαγιάτικο ψωμί. Για εκείνη το γεμάτο ντουλάπι είναι ασφάλεια.
Αλλά για μένα, από τη στιγμή που μπήκε το λουκέτο, το σπίτι δεν ήταν πια καταφύγιο. Ήταν ένα μέρος όπου μετρούσα τι θα φάμε και πρόσεχα να μην ακουστώ πολύ στην κουζίνα.
Την Κυριακή της μίλησα. Της είπα: «Δεν σου ζητάω να μας συντηρείς. Θα κάνουμε λίστα, θα βάζουμε ό,τι μπορούμε και θα ξέρεις ακριβώς τι παίρνουμε. Αλλά δεν μπορώ να βλέπει η μικρή λουκέτο στα τρόφιμα και να νομίζει ότι δεν δικαιούται να φάει.»
Με κοίταξε και βούρκωσε, πράγμα που δεν περίμενα. «Εγώ δεν ήθελα να νιώσει έτσι», είπε. «Απλώς φοβήθηκα. Με τη σύνταξη να μπαίνει στο τέλος του μήνα και με τρεις ανθρώπους παραπάνω, πανικοβλήθηκα.»
Δεν λύθηκαν όλα εκείνη τη στιγμή. Το λουκέτο έφυγε, αλλά ακόμα υπάρχει ένταση. Εμείς βρήκαμε ένα μικρό πρόγραμμα: εγώ κρατάω σημειωμένα τα έξοδα, ο άντρας μου ψάχνει κάθε μέρα δουλειά και εκείνη μας λέει από πριν τι έχει ανάγκη. Παρ’ όλα αυτά, εγώ δεν έχω ησυχάσει τελείως. Μπορεί να φταίει και η ντροπή μου που φτάσαμε να εξαρτιόμαστε από εκείνη.
Σκέφτομαι μόνο ότι ναι, πρέπει να σέβεσαι το σπίτι και τους κανόνες κάποιου που σε φιλοξενεί. Αλλά όταν αρχίζεις να φοβάσαι για τα βασικά του παιδιού σου, πού μπαίνει το όριο; Εσείς θα μένατε και θα προσπαθούσατε να προσαρμοστείτε ή θα φεύγατε, ακόμα κι αν δεν είχατε που να πάτε;