«Δεν ήξερα αν έπρεπε να της φωνάξω ή να σωπάσω»: Όταν κατάλαβε πως η σύντροφός του ίσως τον είχε ήδη βγάλει από τη ζωή που έχτισαν μαζί

Δεν ήταν ένα μεγάλο γεγονός που με έβαλε σε υποψίες. Δεν βρήκα κάποιο μήνυμα με καρδούλες, ούτε άκουσα κάτι από τρίτο. Ήταν μια εκτύπωση στον εκτυπωτή του σπιτιού μας, μισή έξω από το συρτάρι, με το λογότυπο μιας εταιρείας που δεν γνώριζα.

Η Νεφέλη ήταν στο μπάνιο. Εγώ είχα γυρίσει νωρίς από ένα εργοτάξιο στην Καλλιθέα, μούσκεμα από τη βροχή και με νεύρα γιατί ένας προμηθευτής είχε πάλι καθυστερήσει υλικά. Είχαμε ένα μικρό γραφείο ανακαινίσεων, όχι τίποτα σπουδαίο. Δύο συνεργεία, μια κοπέλα για τα τιμολόγια δύο φορές την εβδομάδα, κι εμείς να τρέχουμε από διαμέρισμα σε διαμέρισμα.

Το χαρτί έγραφε «προσφορά παροχής υπηρεσιών» και από κάτω είχε το όνομά της. Όχι ως δικό μας γραφείο. Ως διαχειρίστρια μιας καινούργιας ατομικής επιχείρησης.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα ήταν κάτι για τη μητέρα της. Η Νεφέλη τη βοηθούσε συχνά με χαρτιά, επιδόματα, ραντεβού σε γιατρούς. Μετά είδα τη διεύθυνση. Ήταν το ίδιο γραφείο που χρησιμοποιούσαμε εμείς, στον Νέο Κόσμο. Και το έργο της προσφοράς ήταν μια πολυκατοικία στον Άλιμο που είχαμε συζητήσει μαζί δύο βράδια πριν.

Εγώ είχα κάνει την αυτοψία.

Εγώ είχα κάτσει Κυριακή να βγάλω τα κόστη.

Της το είπα απλά, όταν βγήκε με την πετσέτα στα μαλλιά.

«Τι είναι αυτό;»

Το κοίταξε. Δεν τρόμαξε ακριβώς. Αυτό ήταν που με πείραξε πιο πολύ. Πήρε το χαρτί, το δίπλωσε μία φορά και είπε:

«Α, αυτό. Κάτι που κοιτάω για να έχω κι εγώ μια άκρη.»

Της είπα πως δεν καταλάβαινα.

«Δεν γίνεται να εξαρτιέμαι πάντα από την εταιρεία, Μάνο. Ειδικά όπως πάμε.»

Το “όπως πάμε” έμεινε μέσα μου. Είχαμε δυσκολίες, ναι. Ποιος δεν έχει; Τους τελευταίους μήνες ένας πελάτης μας χρωστούσε σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες, το πετρέλαιο είχε ανέβει, τα συνεργεία ζητούσαν προκαταβολές. Αλλά το γραφείο ήταν και των δύο. Οι δόσεις για τον εξοπλισμό ήταν και στα δύο ονόματά μας. Και το σπίτι που νοικιάζαμε, αυτό το δυάρι με το στενό μπαλκόνι και τις γλάστρες που ποτέ δεν κατάφερνα να ποτίζω σωστά, ήταν το μέρος όπου λέγαμε ότι τουλάχιστον είμαστε μαζί.

Δεν τσακωθήκαμε εκείνη τη στιγμή. Ίσως έπρεπε. Εγώ απλώς είπα «εντάξει» και πήγα να αλλάξω ρούχα.

Το βράδυ έφτιαξε μακαρόνια με κιμά, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Μου μιλούσε για τη βαφτιστήρα της, για ένα φόρεμα που είδε σε μια βιτρίνα, για το ότι πρέπει να πάρουμε καινούργιο θερμοσίφωνα γιατί ο δικός μας έκανε πάλι τα δικά του. Εγώ την κοιτούσα και προσπαθούσα να βρω πότε ακριβώς είχε πάψει να μου λέει πράγματα.

Δεν ήθελα να το πιστέψω. Η Νεφέλη δεν ήταν άνθρωπος που πετάει εύκολα τους άλλους. Όταν ο πατέρας μου έκανε την επέμβαση πριν τρία χρόνια, εκείνη κοιμόταν σε μια καρέκλα στο νοσοκομείο και το πρωί έτρεχε στο γραφείο. Όταν εγώ, από βλακεία και άγχος, είχα ξεσπάσει πάνω της για ένα λάθος σε παραγγελία, δεν έφυγε. Μου είχε πει μόνο: «Μην κάνεις εμένα τον σάκο του μποξ επειδή φοβάσαι.»

Γι’ αυτό και με μπέρδευε περισσότερο.

Την επόμενη μέρα πήρα τον λογιστή μας, τον κύριο Στέλιο. Δεν του είπα πολλά. Τον ρώτησα απλώς αν είχε λάβει κάποιο αίτημα από τη Νεφέλη για στοιχεία της εταιρείας.

Σώπασε λίγο.

«Μάνο, δεν θέλω να μπω ανάμεσά σας», μου είπε. «Αλλά ναι, με είχε πάρει. Ρώτησε για υποχρεώσεις, για το τι γίνεται αν αποχωρήσει εταίρος, για τα δάνεια που έχετε υπογράψει.»

Ένιωσα το στομάχι μου να δένει κόμπο. Όχι επειδή σκεφτόταν να φύγει. Αυτό, όσο κι αν με διέλυε, μπορούσα να το καταλάβω. Το χειρότερο ήταν ότι, όπως φαινόταν, ετοίμαζε τη δική της έξοδο ενώ εγώ συνέχιζα να υπογράφω προσφορές, να παίρνω τηλέφωνα πελάτες και να βάζω χρήματα από τον προσωπικό μου λογαριασμό για να μη μείνουν απλήρωτοι οι μάστορες.

Κι αν δεν ήταν απλώς μια έξοδος; Κι αν ήθελε να μείνει η εταιρεία με τα χρέη κι εκείνη να πάρει τα έργα που είχαν προοπτική;

Ντράπηκα που το σκέφτηκα. Αλλά όταν αρχίζεις να φοβάσαι έναν άνθρωπο που κοιμάται δίπλα σου, το μυαλό σου κάνει άσχημους λογαριασμούς.

Για τρεις μέρες δεν της είπα τίποτα. Αυτές οι τρεις μέρες ήταν οι πιο περίεργες της ζωής μου. Έπινα καφέ απέναντί της το πρωί και πρόσεχα αν απέφευγε το βλέμμα μου. Της έστελνα «πήρες τα πλακάκια;» και αναρωτιόμουν αν την ίδια ώρα έστελνε προσφορές πίσω από την πλάτη μου.

Παράλληλα, έκανα πράγματα που δεν φανταζόμουν ότι θα έκανα ποτέ σε σχέση. Πήγα σε δικηγόρο που μου σύστησε ένας παλιός πελάτης. Δεν ζήτησα να της κάνω κακό, ούτε να τη “στριμώξω”. Ζήτησα να μάθω τι κινδυνεύω να χάσω.

Μου είπε να κρατήσω αντίγραφα από συμβάσεις, κινήσεις λογαριασμών, προσφορές, οτιδήποτε αφορούσε έργα που είχαν έρθει στο κοινό μας γραφείο. Μου είπε επίσης να μη μεταφέρω χρήματα μόνος μου και να μη γράψω τίποτα θυμωμένο σε μήνυμα. «Πρώτα να ξέρεις πού πατάς», είπε. «Μετά αποφασίζεις αν θα μιλήσεις.»

Γύρισα σπίτι εκείνο το απόγευμα με έναν φάκελο μέσα στο σακίδιό μου. Η Νεφέλη καθόταν στον καναπέ και έβλεπε κάτι βιντεάκια στο κινητό. Είχε βάλει κουβέρτα στα πόδια της, παρότι δεν έκανε κρύο. Με ρώτησε αν θέλω να παραγγείλουμε σουβλάκια.

Την κοίταξα και μου ήρθε να της πω τα πάντα. Να πετάξω τον φάκελο στο τραπέζι, να της πω ότι ξέρω, να την αναγκάσω να μου εξηγήσει γιατί με έκανε να νιώθω σαν βάρος που έπρεπε να ξεφορτωθεί.

Αντί γι’ αυτό, είπα «ναι, πάρε δύο με απ’ όλα».

Δεν είμαι περήφανος για τη σιωπή μου. Δεν ξέρω καν αν ήταν ψυχραιμία ή δειλία. Κάθε βράδυ κοιμόμουν λίγο πιο μακριά στην άκρη του κρεβατιού. Και κάθε πρωί, πριν φύγω, κοιτούσα το δεύτερο κλειδί του σπιτιού πάνω στο μικρό πιατάκι δίπλα στην πόρτα.

Τη Δευτέρα έχω ραντεβού με τον λογιστή, τη δικηγόρο και μετά με τη Νεφέλη. Δεν της έχω πει ακόμη για το ραντεβού. Μόνο της είπα πως πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά για το γραφείο.

Μου απάντησε «εντάξει» χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το κινητό.

Και από τότε, αυτό το “εντάξει” ακούγεται πιο βαρύ από όσο θα έπρεπε.