«Μαμά, όλοι θα πάνε κι εγώ θα μείνω;» — Το ταξίδι που άνοιξε μια ρωγμή μέσα στο σπίτι τους
Δεν ξέρω πότε άρχισα να κοιτάζω την απόδειξη του σούπερ μάρκετ πριν ανοίξω την πόρτα του σπιτιού μου.
Ίσως από τότε που ο Γιώργος μου είπε, σχεδόν αδιάφορα, ότι τα μανιτάρια που πήρα ήταν «περιττή πολυτέλεια». Ίσως όταν έκανε θέμα επειδή αγόρασα στη Λένα ένα μπλουζάκι για τη γιορτή του σχολείου, ενώ είχε, όπως είπε, «τουλάχιστον πέντε μπλούζες στην ντουλάπα». Από τότε έβαζα την απόδειξη στην τσέπη του μπουφάν, την τσάντα κάτω από τον πάγκο της κουζίνας και προσπαθούσα να μη δίνω στόχο.
Ο Γιώργος δεν ήταν πάντα έτσι. Ή, μπορεί να ήταν και να μην το έβλεπα. Όταν γνωριστήκαμε, δουλεύαμε και οι δύο σε μαγαζιά. Εκείνος σε αποθήκη με είδη υγιεινής, εγώ σε ένα μικρό κατάστημα με ρούχα στο Περιστέρι. Δεν είχαμε πολλά, αλλά βγαίναμε, παίρναμε καφέ απ’ έξω κάπου κάπου, πηγαίναμε στο πατρικό μου την Κυριακή και φέρναμε γλυκό από τον φούρνο.
Μετά ήρθε η κρίση, η δουλειά του κλονίστηκε για ένα διάστημα, πήραμε ένα καταναλωτικό για να καλύψουμε παλιές υποχρεώσεις και γεννήθηκε η Λένα. Καταλάβαινα τον φόβο του. Τον είχα κι εγώ. Μόνο που ο δικός του φόβος έγινε κανόνας για τα πάντα.
Κρατούσε ένα τετράδιο με τετραγωνάκια. Στην αρχή μου φαινόταν υπεύθυνο. Έγραφε λογαριασμούς, βενζίνες, κοινόχρηστα. Μετά άρχισε να γράφει τα πάντα. «Σούπερ μάρκετ 68,40». «Φούρνος 4,20». «Φαρμακείο 7,80». Αν έλειπαν δύο ευρώ, με ρωτούσε πού πήγαν.
Δεν έπαιρνα πια ταξί ούτε όταν έχανα το λεωφορείο και έπρεπε να πάω στη δουλειά. Περπατούσα μέχρι το μετρό με βροχή. Είχα κόψει το κομμωτήριο, τα νύχια, ακόμη και τον καφέ που έπαιρνα το Σάββατο όταν έβγαινα για ψώνια. Δεν τα λέω αυτά για να παρουσιαστώ σαν θύμα. Ήξερα ότι υπήρχαν άνθρωποι που περνούσαν πολύ χειρότερα. Αλλά μέσα στο σπίτι μας η ατμόσφαιρα είχε γίνει στενή, σαν να μην έφτανε ο αέρας.
Η Λένα είναι δεκατριών. Δεν ζητάει πολλά. Ντρέπεται κιόλας να ζητήσει. Αν θέλει κάτι, το λέει πρώτα σε μένα χαμηλόφωνα. «Μαμά, αν δεν γίνεται, δεν πειράζει». Και μόνο αυτό με διαλύει.
Τον περασμένο μήνα ήρθε από το σχολείο με ένα χαρτί για τριήμερη εκδρομή στη Θεσσαλονίκη. Η τάξη της θα πήγαινε Βεργίνα, Ροτόντα, Μουσείο Κινηματογράφου, αυτά που γράφουν πάντα στα προγράμματα. Το ποσό ήταν 245 ευρώ σε δόσεις. Δεν ήταν λίγο, το ξέρω. Αλλά είχαμε προθεσμία, και η Λένα είχε φωτιστεί ολόκληρη καθώς μου το έδειχνε.
Το βράδυ το άφησε στο τραπέζι, δίπλα στο πιάτο του πατέρα της.
Ο Γιώργος το διάβασε χωρίς να μιλήσει. Μετά το δίπλωσε στη μέση.
«Δεν πάει.»
Η Λένα σταμάτησε να μασάει. Εγώ του είπα να το συζητήσουμε. Μου απάντησε ότι δεν υπήρχε τίποτα να συζητηθεί. «Τριήμερο με ξενοδοχεία και βόλτες; Δεν είμαστε για τέτοια. Να διαβάσει αντί να τρέχει.»
«Είναι σχολική εκδρομή, Γιώργο. Θα πάνε όλοι.»
«Δεν θα πάει όλος ο κόσμος. Και στο κάτω κάτω, δεν είναι ανάγκη.»
Η Λένα σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιό της. Δεν χτύπησε πόρτα, δεν έκλαψε μπροστά μας. Αυτό ήταν το χειρότερο. Άκουσα μόνο το κλικ καθώς έκλεισε η πόρτα της.
Για δύο μέρες δεν το ξαναφέραμε στην κουβέντα. Ο Γιώργος νόμιζε πως τελείωσε. Εγώ όμως είδα τη Λένα να σβήνει ειδοποιήσεις από την ομαδική της τάξης και να λέει σε μια φίλη της στο τηλέφωνο πως «μάλλον δεν ψήνεται». Δεν ήθελε να πει ότι δεν μπορούσε.
Είχα λίγα χρήματα στην άκρη. Δεν ήταν κρυφή περιουσία. Από φιλοδωρήματα και κάτι επιπλέον ώρες που έκανα σε μια κυρία για σιδέρωμα, τα είχα μαζέψει σε έναν φάκελο μέσα σε μια παλιά θήκη με σεντόνια. Τα φύλαγα για ώρα ανάγκης. Τελικά, αυτό το ένιωσα σαν ώρα ανάγκης.
Πλήρωσα την πρώτη δόση ηλεκτρονικά από δικό μου λογαριασμό. Όταν το είπα στη Λένα, με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που μου έπεσε το κινητό από το χέρι. Μετά μου είπε: «Μπαμπάς θα θυμώσει;»
Της είπα πως θα το χειριστώ εγώ. Ήταν ψέμα. Δεν ήξερα πώς να χειριστώ τίποτα.
Το έμαθε τυχαία, όταν ήρθε μήνυμα στο τάμπλετ της Λένας για την εξόφληση. Δεν φώναξε αμέσως. Αυτός ο ήρεμος τρόπος του με τρομάζει περισσότερο.
«Έβγαλες λεφτά από πού;» με ρώτησε.
Του είπα την αλήθεια.
«Δηλαδή έχεις λεφτά στην άκρη και μου το κρύβεις;»
«Είναι δικά μου χρήματα, Γιώργο. Τα δούλεψα.»
«Μέσα σε αυτό το σπίτι δεν υπάρχουν δικά σου και δικά μου.»
Εκεί, χωρίς να το έχω προγραμματίσει, του είπα πως ακριβώς αυτό ήταν το πρόβλημα. Ότι για εκείνον δεν υπήρχε χώρος ούτε για δικά μου χρήματα, ούτε για δική μου κρίση, ούτε για την κόρη μας να είναι απλώς ένα παιδί.
Η κουβέντα ξέφυγε. Είπα πράγματα βαριά. Του είπα ότι μας κάνει να φοβόμαστε μια απόδειξη. Εκείνος μου είπε ότι εγώ θέλω να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας και ότι μια μέρα θα τον ευχαριστούμε που μας κράτησε νοικοκυρεμένους.
Δεν κοιμήθηκα στο κρεβάτι εκείνο το βράδυ. Ξάπλωσα στον καναπέ με μια κουβέρτα, ενώ εκείνος κοιμόταν στο δωμάτιο σαν να μη συνέβη τίποτα. Το πρωί η Λένα άφησε ένα ποτήρι νερό δίπλα μου και δεν είπε λέξη.
Η εκδρομή είναι σε τρεις εβδομάδες. Η Λένα μετράει μέρες και ψάχνει τι να πάρει μαζί της. Ο Γιώργος δεν έχει ξαναμιλήσει γι’ αυτήν, αλλά έκοψε τελείως να μου δίνει χρήματα για το σπίτι. Το κάνει σαν τιμωρία, κι ας το αρνείται.
Χθες πήρα τηλέφωνο μια φίλη μου που είναι δικηγόρος. Δεν της είπα ακόμη «θέλω διαζύγιο». Της είπα μόνο ότι θέλω να μάθω τι γίνεται αν χρειαστεί να φύγω με το παιδί για λίγο. Ντράπηκα που το ξεστόμισα. Ταυτόχρονα ένιωσα μια παράξενη ανακούφιση.
Σήμερα, πριν φύγω για τη δουλειά, η Λένα μου ζήτησε να της αγοράσω ένα μικρό λουκέτο για τη βαλίτσα της. Της είπα ότι θα περάσω από το βιβλιοπωλείο. Ένα απλό λουκέτο, δυόμισι ή τρία ευρώ.
Και για πρώτη φορά δεν σκέφτηκα πώς θα το δικαιολογήσω.