«Δεν γίνεται να κλειδώνεις το ψυγείο από τη μάνα μου», μου είπε ο άντρας μου — κι εγώ κατάλαβα πως το σπίτι μας δεν ήταν πια σπίτι μου
«Δεν γίνεται να κλειδώνεις το ψυγείο από τη μάνα μου», μου είπε ο άντρας μου μπροστά της, με εκείνο το ύφος που είχε όταν πίστευε ότι είχα ξεπεράσει τα όρια.
Τον κοίταξα και του είπα: «Δεν το κλείδωσα από τη μάνα σου. Το κλείδωσα γιατί πετάχτηκαν πάλι τα φάρμακα του παιδιού και βρήκα το σιρόπι ανοιχτό στον πάγκο».
Η πεθερά μου καθόταν στην πολυθρόνα και δεν μιλούσε. Μόνο είπε χαμηλά: «Εγώ βάρος σας έγινα. Να πάω στο σπίτι μου και ας είμαι μόνη».
Και εκεί ένιωσα πάλι η κακιά της υπόθεσης.
Όλα άρχισαν τον Νοέμβριο, όταν βγήκε από το νοσοκομείο μετά από ένα μικρό εγκεφαλικό. Μένει μόνη της σε ένα παλιό διαμέρισμα στον Κορυδαλλό, στον τρίτο χωρίς ασανσέρ. Ο άντρας μου δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων και φεύγει από τις επτά. Εγώ δουλεύω σε φούρνο, πρωινή βάρδια, και έχουμε ένα παιδί στο δημοτικό.
Ο γιατρός είπε να μην μείνει μόνη της τον πρώτο καιρό. Η αδελφή του άντρα μου ζει στη Θεσσαλονίκη και έλεγε στο τηλέφωνο ότι θα κατέβει «μόλις μπορέσει». Οπότε είπα κι εγώ το εύκολο: «Ας έρθει σε εμάς για δυο εβδομάδες, να συνέλθει».
Το είπα χωρίς να ρωτήσω πραγματικά τον εαυτό μου. Έβλεπα τον άντρα μου να φοβάται για τη μητέρα του και δεν άντεχα να του πω όχι. Είχα χάσει κι εγώ τον πατέρα μου πριν χρόνια και θυμάμαι πόσο άσχημα ένιωθα που δεν μπορούσα να κάνω περισσότερα.
Οι δύο εβδομάδες έγιναν τέσσερις μήνες.
Στην αρχή δεν με πείραζε. Της έφτιαχνα το φαγητό της, την πήγαινα στο Κέντρο Υγείας για τις εξετάσεις, της έβαζα υπενθύμιση για τα χάπια. Μετά άρχισε να θέλει να ξέρει τι ώρα θα γυρίσω, πού πάω, γιατί το παιδί τρώει τοστ το βράδυ αντί για «κανονικό φαΐ».
«Το παιδί θέλει πρόγραμμα», έλεγε.
«Έχει πρόγραμμα», της απαντούσα. «Απλώς δεν προλαβαίνω κάθε μέρα να κάνω γεμιστά».
Κι εκείνη αναστέναζε. Όχι επίτηδες, πιστεύω. Αλλά αυτό το αναστέναγμα με έκανε να νιώθω ότι απολογούμαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Με τον άντρα μου δεν το συζητούσα σωστά. Του πέταγα πράγματα όταν ήμουν ήδη στα όρια.
«Η μάνα σου μπήκε στο δωμάτιό μας πάλι χωρίς να χτυπήσει».
Και μου έλεγε: «Μη δίνεις σημασία, μπερδεύεται καμιά φορά».
«Δεν μπερδεύεται, ψάχνει τα συρτάρια».
«Ε, μπορεί να έψαχνε κάτι».
Κι εγώ, αντί να του πω καθαρά ότι δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή, γινόμουν απότομη μαζί της. Της απαντούσα ξερά. Μια μέρα της είπα «μην πειράζεις τα πράγματά μου» και μετά το μετάνιωσα, γιατί την είδα να βουρκώνει.
Αλλά ούτε κι εκείνη ήταν πάντα τόσο αθώα όσο την παρουσίαζε ο άντρας μου. Είχε πάρει τηλέφωνο τη μητέρα μου και της είπε ότι «έχω νεύρα τελευταία, ίσως κουράζομαι πολύ». Η μητέρα μου μετά με πήρε ανήσυχη. Και η κουνιάδα μου, από τη Θεσσαλονίκη, μου έστειλε μήνυμα: «Κάνε λίγη υπομονή, δεν είναι εύκολο για εκείνη». Σαν να μην έκανα ήδη.
Το χειρότερο ήταν ότι άρχισα να κρύβομαι. Καθόμουν δέκα λεπτά παραπάνω έξω από το σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, πριν ανέβω. Μια φορά είπα ότι είχα κλείσιμο στο φούρνο, ενώ απλώς πήγα μόνη μου για έναν καφέ στην πλατεία. Ντρεπόμουν γι’ αυτό, αλλά δεν ήθελα να με χρειάζεται κάποιος ούτε για μισή ώρα.
Την ημέρα με το ψυγείο, είχε πάρει τα φάρμακα του παιδιού για να τα βάλει, όπως είπε, «σε πιο σωστό σημείο». Τα άφησε δίπλα στα δικά της. Το παιδί είχε βήχα και εγώ πανικοβλήθηκα. Δεν ξέρω αν θα γινόταν κάτι, αλλά από τότε έβαλα ένα μικρό παιδικό κλείδωμα στο συρτάρι του ψυγείου.
Ο άντρας μου το είδε και έγινε όλο αυτό.
Το βράδυ, αφού κοιμήθηκαν, του είπα: «Δεν σου ζητάω να διώξεις τη μάνα σου. Σου ζητάω να αποφασίσουμε τι θα γίνει. Δεν μπορώ να είμαι εγώ η νοσηλεύτρια, η νύφη, η μάνα και η κακιά που βάζει κανόνες».
Μου είπε ότι φοβάται να την αφήσει μόνη, γιατί μετά το εγκεφαλικό αγχώνεται. Και τότε κατάλαβα ότι δεν είχε βολευτεί απλώς. Φοβόταν πραγματικά. Απλώς, χωρίς να το καταλάβει, είχε αφήσει τον φόβο του πάνω μου.
Τελικά κλείσαμε ραντεβού με κοινωνική λειτουργό στον δήμο για να δούμε τι βοήθεια μπορεί να έχει στο σπίτι της και η κουνιάδα μου είπε ότι θα έρθει για δέκα μέρες τον επόμενο μήνα. Η πεθερά μου δεν έφυγε ακόμα. Αλλά συμφωνήσαμε σε κάποια πράγματα: χτυπάμε πριν μπούμε σε δωμάτιο, τα φάρμακα τα χειρίζομαι μόνο εγώ και ο άντρας μου, και δύο απογεύματα την εβδομάδα εκείνος θα είναι αποκλειστικά μαζί της.
Δεν λύθηκαν όλα. Ακόμα νιώθω ενοχές όταν κλείνω την πόρτα του δωματίου μου. Αλλά νομίζω πως αν συνέχιζα να κάνω ότι αντέχω, στο τέλος θα θύμωνα με όλους, ακόμα και με ανθρώπους που έχουν κι αυτοί τον φόβο και τη δυσκολία τους.
Εσείς πού βάζετε το όριο; Πότε η φροντίδα ενός δικού μας ανθρώπου γίνεται κάτι που μας διαλύει και δεν πρέπει να το σηκώνουμε μόνοι μας;